May 28, 2017

Δε θέλω να πικραίνεσαι τις Κυριακές...

Κυριακή απόγευμα. Μείνε μέχρι να μας βρει το φεγγάρι. Κάτσε δίπλα μου για λίγο να τα πούμε. Να σβήσω τη μελαγχολία από τη μάτια σου, ν' ανάψεις τη φλόγα στην καρδιά μου. Πόσο μου έλειψες. Πόσο μου έλειψαν αυτά τα απογεύματα που περνάγαμε παρέα. Αυτά τα κυριακάτικα θλιμμένα απογεύματα που γίνονταν πιο γλυκά επειδή τα μοιραζόμασταν. 


Μη σκέφτεσαι τίποτα άλλο. Δε θέλω να πικραίνεσαι τις Κυριακές. Ξέχνα τη ζωή και όλα της τα άσχημα. Ξέχνα τις υποχρεώσεις σου και τη δουλειά. Μείνε μαζί μου για να σου απαλύνω τον πόνο και να μου κλείσεις τις πληγές. Μη φεύγεις πια. Δε θέλω να σε βλέπω να φεύγεις χωρίς να μιλάς. Χωρίς την υπόσχεση ότι σίγουρα θα ξαναρθείς.

Κι όμως αυτές οι στιγμές μάτια μου δεν θα είχαν φως αν δεν περνούσαμε όλα αυτά τα σκοτάδια. Πώς θα τις νιώθαμε; Πώς θα τις εκτιμούσαμε; Θα ήταν όλες οι μέρες οι ίδιες και επίπεδες. Τώρα σε βλέπω λίγο και σ' αγαπώ πολύ. Σε θέλω παράφορα γιατί σε περιμένω. Ζω αδιάφορα μέχρι να σε ξανακρατήσω.

Αυτές τις Κυριακές που σ' έχω, θέλω τα μάτια σου να γελάνε και τα χείλη σου να μου μιλάνε. Άσε το μετά για το μετά, το αύριο για το αύριο. 

Δε θέλω καρδιά μου να λυπάσαι,αν και στ' ορκίζομαι η θλίψη αυτή σου πάει. Γι' αυτήν σε ερωτεύτηκα, γιατί αυτή μιλάει στη δική μου.

Κάτσε λοιπόν για λίγο να τα πούμε... χωρίς αυτή τη σκοτεινιά τα χρόνια μένουν άδεια


Read More

May 27, 2017

The «Faces of Strays» Project

Το The «Faces of Strays» Project ξεκίνησε μέσα από την τεράστια ανάγκη που υπάρχει να βρεθούν σπίτια για κάποια αδέσποτα σκυλάκια του οργανισμού Hope for Hopeless. Τα σκυλιά φωτογραφίζονται στο καταφύγιο όπου κρατούνται κάτω από δύσκολες και καθόλου ευχάριστες γι’ αυτά συνθήκες. Παρόλα αυτά τα πρόσωπά τους χαμογελάνε κάθε φορά που κάποιος τα πλησιάζει, ελπίζοντας ότι αυτός θα είναι και ο δικός τους άνθρωπος που θα τους προσφέρει ένα ασφαλές και χαρούμενο σπίτι.

 Τhe Faces of Strays Project aims to rehome a number of stray dogs for the Hope for Hopeless organization. Τhe doggies are photoshoot at the shelter where they are kept under difficult and unpleasant living conditions. However, their faces are still smiling every time someone goes near them, hoping that this time they will find their human as well as a safe and happy home.


Φωτογραφία: Ξένια Αρέστη
Public Relations Officer at Hope for Homeless, Cyprus: Nάντια Νικολάου
Τηλέφωνο επικοινωνίας: 96246262


ΝΕΡΟ & ΜΙΓΑΣ
Τα εγκατέλειψαν και τα δύο σε ένα χωράφι σε άθλια κατάσταση,
2 χρονών
Nero – Labrador cross, Medium size


Migas – Mixbreed, Medium size



ΜΑΞ
Υιοθετήθηκε όταν ήταν κουτάβι αλλά τον επέστρεψαν στο καταφύγιο λόγω μεγέθους
10 μηνών
Max – Border Collie


 


ΜΑΡΛΕΪ
Γεννήθηκε στο καταφύγιο
6 μηνών
Labrador Cross


ΣΑΜΙ
Ήταν πολύ αρρωστο και το ξεπέρασε αφού έκανε τις απαραίτητες θεραπείες
1,5 χρονών
Labrador Cross, Big Size


Αφού υπάρξει ενδιαφέρον για ένα από τα πιο πάνω σκυλάκια, ο οργανισμός προχωρεί σε έλεγχο του περιβάλλοντος για να σιγουρευτεί ότι οι συνθήκες είναι οι κατάλληλες. Απαραίτητη προϋπόθεση για να προχωρήσει η συμφωνία είναι το σκυλάκι να στειρωθεί για να αποφευχθούν τυχόν ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες στο μέλλον.

Το πακέτο υιοθεσίας είναι μόνο 130 ευρώ και περιλαμβάνει:

3 εμβόλια
1 Χάπι για σκουλήκια
1 χάπι αποπαρασίτωσης
Microchip
Στείρωση

Υιοθετώντας κανείς από το Hope For Hopeless δικαιούται και τις πιο κάτω εκπτώσεις:

Εκπτώσεις από Pet Shops

My PetSpa: 20% DISCOUNT

       Tel:22 252662

                   Facebook:MyPetSpa

                      Address: Perikleous Aven 49. Strovolos, Nicosia


Petopia:      15% DISCOUNT

                     Tel: 25335398

                   Facebook: Petopiacy

                  Address: 197 Ayias Phylaxeios Street, Limassol


Love Birds: 25% DISCOUNT

      Tel: 22336836

                  Facebook: Love Birds Pet Shops

                  Nicosia, Limassol, Larnaka, Paralimni 


House of Pet: 15% DISCOUNT

         Tel: 22254545

                     Address: Stavrou Aven. 18, Strovolos, Nicosia


D.SAOXE:  30% DISCOUNT

     Χονδρικές και λιανικές πωλήσεις ζωοτροφών

Read More

May 25, 2017

Σε ξεχώρισα και... έκανα λάθος

Απόψε θα πούμε αλήθειες. Δε σε φώναξα εδώ ούτε για να πηδηχτούμε ούτε για να πάρω μία ακόμη γλυκιά γεύση από τα ψέματά σου.

Απόψε ίσως και να σοκαριστείς, ίσως και να εξαφανιστείς μια και καλή. Όμως, από ψέματα χόρτασα και θέλω να δω πώς θα τα πας με την αλήθεια, αν και είμαι σχεδόν σίγουρη ότι θα το βάλεις στα πόδια.



Λοιπόν, ας μην κοροϊδευόμαστε εδώ. Ερχόσουν εδώ γιατί ήθελες απλά να ξεφύγεις για λίγο. Ποτέ δε μ' αγάπησες και ποτέ δε νοιάστηκες. Ερχόσουν για να βγάλεις λίγα από τα απωθημένα σου, αυτά που μαζί της δεν μπορούσες. Αυτή τη σέβεσαι, την ακούς, τρέχεις να της απαντήσεις το τηλέφωνο. Εμένα δε με υπολογίζεις καν. Αν φύγω θα σου κάνω μεγάλη ευκολία και εύκολα θα με αντικαταστήσεις.

Δε χρειάζεται να λες μεγάλες κουβέντες για να με πείσεις. Ξέρω πια πώς τίποτα από αυτά δε θα γίνει. Αλήθεια όταν αφιερώνεις λίγα λεπτά για να μου μιλήσεις το κάνεις επειδή με λυπάσαι ή επειδή νιώθεις τύψεις; Μήπως για να μη χάσεις μία από τις καβάτζες σου;

Σε τρομάζω; Γιατί μένω αφού ξέρω, θα μου πεις; Μένω γιατί κατά βάθος ένα φεγγάρι σε πίστεψα. Ξέρεις δε με νοιάζει που κάνουμε σεξ και αφού μ' εξεφτελίσεις φεύγεις για να κοιμηθείς αγκαλιά με την άλλη. Όχι, με νοιάζει που πίστεψα ότι είχαμε κάτι ξεχωριστό. Που ένιωθα ότι ταιριάζαμε απόλυτα, που πίστεψα ότι με αγαπούσες. Δε σου ζήτησα ποτέ να μου δώσεις όλα αυτά τα αισθήματα, όμως, με αφέλεια μου τα έδινες. Και με κατάντησες παρανοϊκή. Γιατί ήταν απλά λόγια και αισθήματα της στιγμής. 

Και τώρα μπορείς να φύγεις. Δε θα σ' ενοχλήσω ποτέ ξανά. Δε θα σου ζητήσω ποτέ ξανά να 'ρθείς. Μην ανησυχείς και μη νιώθεις πια τύψεις. Δεν τα 'χω μαζί σου κι ας φαίνεται έτσι. Με τον εαυτό μου τα έχω που έκανε λάθος. Ήσουν τελικά σαν όλους τους άλλους κι ας νόμιζα ότι ήσουν κάτι καλύτερο. Όχι, κανείς δε μου έκανε μεγαλύτερο κακό από σένα, όμως, ήταν επειδή σε άφησα. Βρήκες έδαφος και πάτησες. 

Ήθελα ν' ακούσω την αλήθεια από σένα. Γι' αυτό σε πίεζα μέχρι να σπάσεις. Ήθελα να παραδεχτείς ότι με κοροϊδεψες και μετά να πεις αυτό το συγνώμη που θα με λύτρωνε. Τώρα χώνεψα ότι δεν είσαι άνδρας αρκετά για να το κάνεις. Μόνο που ξέρω πώς κάποτε η ζωή θα στο ανταποδώσει κι ελπίζω να είμαι ζωντανή μόνο και μόνο για να σε δω να πέφτεις όπως έπεσα κι εγώ όταν αλύπητα με διέλυες. 
Read More

Η ευτυχία της παιδικής ηλικίας – Carlos Fuentes

Τελικά, ποια ηλικία μας ανήκει περισσότερο από την παιδική, στην οποία, πραγματικά, εξαρτιόμαστε από άλλους;

Τα πάντα είναι πιο αργά στην παιδική ηλικία. Οι διακοπές μας φαίνονται απολαυστικά αιώνιες. Το ίδιο και τα ωράρια του σχολείου.


Παρόλο που είμαστε προσκολλημένοι στο σχολείο και ιδιαίτερα στην οικογένεια, έχουμε σε αυτή την περίοδο της ζωής μας περισσότερη ελευθερία από οποιαδήποτε άλλη απέναντι σε αυτά που μας δένουν.

Αυτό οφείλεται, πιστεύω, στο ότι η ελευθερία στην παιδική ηλικία ταυτίζεται με τη φαντασία, κι αφού στην τελευταία όλα είναι δυνατά, η ελευθερία να είμαστε πάνω από την οικογένεια και το σχολείο πετάει ψηλότερα και μας επιτρέπει να ζούμε σε μεγαλύτερη απόσταση, παρά στις ηλικίες στις οποίες πρέπει να συμμορφωθούμε για να επιβιώσουμε, να προσαρμοστούμε στους ρυθμούς της επαγγελματικής ζωής και να υποστούμε κανόνες κληρονομημένους και αποδεκτούς από ένα είδος γενικού κομφορμισμού.

Ήμασταν, όταν ήμασταν παιδιά, μοναδικοί μάγοι. Θα γίνουμε, ως ενήλικοι, αγέλη.
Read More

Χόρχε Μπουκάϊ – Στο τέλος κρίνεται το αποτέλεσμα

Όσοι μπορούν να αισθάνονται υπερήφανοι μόνο για ό,τι έχουν καταφέρει, μου φαίνεται —εμένα, στην ταπεινότητά μου— πως έχουν μείνει στα μισά του δρόμου.


Είναι μια θέση πολύ δημοφιλής και πολυδιαφημισμένη. Μια ελιτίστικη άποψη περί ζωής, που δημιουργεί την προκατάληψη ότι μεγάλη αυτοεκτίμηση μπορεί να έχει μόνο αυτός που έχει κερδίσει πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ, αυτός που έχει εκλεγεί σε μια θέση ή ένα δημόσιο αξίωμα με μεγάλο κύρος, αυτός που αναγνωρίζεται από εξέχοντα πρόσωπα ή συμμετέχει γενικά σε καταστάσεις αυτού του τύπου. Δεν είναι όμως έτσι.

»Το αν θα έχεις πετύχει ή όχι στη ζωή, είναι κάτι που θα κριθεί κατά την έξοδό σου απ’ αυτήν. Στο τέλος κρίνεται το αποτέλεσμα — σύμφωνα και με την ετυμολογία. Όχι λοιπόν κατά τη διαδρομή, αλλά στο τέλος. Όσο βρίσκεσαι καθ’ οδόν όλα είναι πιθανά, και γι’ αυτό δεν μπορεί να γίνει ορθή αξιολόγηση κάποιου ενόσω ζει, ούτε και μπορούμε να βασιστούμε στις προκαταλήψεις περί επιτυχίας.

»Επιτυχία, όπως μου έμαθε κάποτε ένας Άγγλος φιλόσοφος, είναι να πεθαίνει κανείς στο μέρος του κόσμου που επιλέγει, περιστοιχισμένος από τους ανθρώπους που θα ήθελε να βρίσκονται εκεί εκείνη τη στιγμή. Αυτό και τίποτα παραπάνω.

»Αν κάποιος πιστεύει ότι για να είναι επιτυχημένος οφείλει να ανέβει σ’ ένα συγκεκριμένο επίπεδο, να μαζέψει ένα ορισμένο ποσό χρημάτων, να συνδεθεί με το τάδε πρόσωπο, να κάνει τόσα παιδιά και να ζήσει στο άλφα ή το βήτα μέρος, τότε, πολύ απλά, κάνει μια λάθος σκέψη.»

«Και, ασφαλώς, επικίνδυνη.»

«Πράγματι. Αν η δυνατότητα να αισθάνεται κάποιος υπερήφανος για τον εαυτό του είχε να κάνει αποκλειστικά με την επιτυχία, τότε η αυτοεκτίμηση θα ήταν, απλώς, αποκύημα της φαντασίας του, σκέτη ματαιοδοξία. Γιατί είναι βέβαιο πως οι επιτυχίες χρησιμεύουν μόνο στην ικανοποίηση της ματαιοδοξίας, και το μόνο που μπορεί κανείς ν’ αποκτήσει έτσι είναι ματαιοδοξία.
Read More

May 24, 2017

Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους – Λουντέμης

Η αγάπη είναι ανήμερο θεριό που τρώει τη ζωή μας…Μα μόλις φύγει καταλαβαίνουμε ότι αυτή ήταν η ζωή μας. Λοιπόν; …Σ’ άφησε; Σε πρόδωσε;


Καλύτερα έτσι. Θα ‘χεις κουράγιο να ξαναδοκιμάσεις. Αν έμενε, κι ανακάλυπτες τι ψεύτικο μικροπραγματάκι ήταν, θα πληγωνόσουν για πάντα. Η αγάπη είναι μεγάλη όταν την περιμένουμε ή όταν τη χάνουμε. Όταν την έχουμε μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθησή της. Και την ξαναποκτούμε μόνο όταν τη χάσουμε. Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες. Να χαρείς την αγάπη που περιμένεις. Καν’ την τραγούδια, ξενύχτια. Καν’ την βιβλία, αταξίες. Μόνο μην τη μοιρολογάς. Είναι σαν να τη βρίζεις. Σαν να της κλείνεις το δρόμο να ξανάρθει. Κοίταξέ με προσεχτικά και θα καταλάβεις.

Για την αγάπη μιας γυναίκας έγινα ποιητής. Δεν τη συγκίνησα. Έγινα κλόουν, καραγκιόζης, Ρωμαίος, Νίγκελ, Άμλετ…Κείνη προσπέρασε πλάι απ’ τις τραγικές μεταμορφώσεις μου αγέρωχη και πήγε να θαφτεί στο άγνωστο. Ήταν τρελλή; Ήταν άρρωστη; …Χαλασμένη απ’ τα βιβλία; Δεν ξέρω. Ένα πράγμα ξέρω : πως μ’ έκανε δυστυχισμένο. Κείνοι που είναι για να γίνουν μεγάλοι όχι μόνο δεν τους χρειάζεται η δυστυχία αλλά και τους μπαίνει εμπόδιο. Γιατί τώρα στα είπα όλα αυτά; Για να σε φέρω στα συγκαλά σου; Για να σε παρηγορήσω; Για να σε πλαντάξω; Δεν ξέρω.

Η αγάπη είναι το φαρμάκι και το νέκταρ της ζωής μας. Αν θέλεις να πιεις θα τα πιεις και τα δύο μαζί. Ένα ένα δε στα δίνουν. Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; Νυστάζεις ή πονάς;…

Απόσπασμα - Μενέλαος Λουντέμης
Read More

May 20, 2017

Λύγισα - Κική Δημουλά

Σοῦ εἶπα:
- Λύγισα.
Καὶ εἶπες:
- Μὴ θλίβεσαι.
Ἀπογοητεύσου ἥσυχα.
Ἤρεμα δέξου νὰ κοιτᾷς
σταματημένο τὸ ρολόι.
Λογικὰ ἀπελπίσου
πῶς δὲν εἶναι ξεκούρδιστο,
ὅτι ἔτσι δουλεύει ὁ δικός σου χρόνος.
Κι ἂν αἴφνης τύχει
νὰ σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μὴ ριψοκινδυνέψεις νὰ χαρεῖς.
Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν θά ῾ναι χρόνος.
Θά ῾ναι κάποιων ἐλπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αὐτοεκθρονίσου
ἀπὸ τὰ χίλια σου παράθυρα..
Γιὰ ἕνα μήπως τ᾿ ἄνοιξες.
Κι αὐτοξεχάσου εὔχαρις.
Ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς,
γιὰ τὰ φθινόπωρα, τὰ κύκνεια,
τὶς μνῆμες, ὑδροροὲς τῶν ἐρώτων,
τὴν ἀλληλοκτονία τῶν ὠρῶν,
τῶν ἀγαλμάτων τὴν φερεγγυότητα,
ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς
γι᾿ ἀνθώπους ποὺ σιγὰ-σιγὰ λυγίζουν,
τὸ εἶπες.



Read More

Το κορίτσι που ήξερες έγινε γυναίκα

Έμαθα ότι με ψάχνεις. Ότι ρωτάς για μένα τι έχω απογίνει τους παλιούς μας φίλους και γνωστούς. Τους είπες κιόλας ότι θέλεις να επικοινωνήσεις μαζί μου μα δε βρίσκεις τη δύναμη. Ήσουν και παραμένεις δειλός. Όμως σ' έχω συγχωρέσει και γι' αυτό όπως και για όλα τ' άλλα. 

Μετά από τόσο καιρό μάτια μου, αλήθεια τι ψάχνεις να βρεις; Το κοριτσάκι που σκότωσες όταν έφυγες για τρίτη φορά χωρίς να ξαναγυρίσεις, δεν κατάφερε ν' αναστηθεί. Έμεινε μέσα μου νεκρό, πνιγμένο στα δάκρυα. 



Έχει περάσει πια τα 30 κι έχει ξεχάσει τι είναι ο έρωτας. Και γι' αυτό φταις εσύ. Ας μιλήσουμε πια ανοιχτά. Δεν σκοτώνουμε αυτούς που έχουμε αγαπήσει έστω κι αν μια μέρα αποφασίσουμε ότι δεν τους θέλουμε στη ζωή μας. Εσύ δεν ήξερες άλλους τρόπους να δραπετεύεις από την αγάπη. Ήξερες μόνο να σκοτώνεις για να γλιτώνεις κι εγώ ήμουν ένα από τα πολλά σου θύματα.

Το κοριτσάκι που γνώρισες συγχωρούσε τα πάντα, πίστευε στην αγάπη. Ήταν αφελής και ρομαντικό. Έβλεπε πάντα το καλό στους ανθρώπους, πίστευε στις δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες. Το κοριτσάκι που σου έπαιζε το δυνατό για να μπορείς να φεύγεις και να έρχεσαι όποτε θες χωρίς τύψεις, τα βράδια έκλαιγε γιατί ήξερε ότι είσαι κάπου εκεί έξω και περνάς καλά και δε θα μπεις στον κόπο ούτε να της πεις καληνύχτα. Το κοριτσάκι που έβριζες έβλεπε τα βράδια εφιάλτες και δεν είχε κάποιον να μιλήσει, να τα βγάλει έστω και λίγο από μέσα του. 

Το αθώο πλάσμα που θεωρούσες για τον χειρότερο άνθρωπο στον κόσμο και αγνοούσες όταν δε σε βόλευε, έχει γίνει μία δυναμική κι ανεξάρτητη γυναίκα. Μάλλον τέρας θα είναι στα μάτια σου. Τέρατα δε λέμε αυτούς που δεν μπορούμε να ελέγξουμε; Που δεν έχουμε καμία δύναμη πάνω τους;

Αυτή η γυναίκα σήμερα σου λέει ότι δεν έχεις καμία δύναμη πάνω της. Ακόμη κι αν το πόδια της λυγίσουν για λίγο όταν σε δει, δε θα το αφήσει να φανεί. Θα σ' αγνοήσει επιδεικτικά και θα προχωρήσει στο επόμενο θύμα της. Αυτή η γυναίκα σήμερα δεν ψάχνει για έρωτες αληθινούς, δεν ψάχνει συντροφικότητα ούτε κάποιον που να είναι μόνο δικός της. Συνήθισε να ζει μόνη στην αλήθεια της. Συνήθισε να ταΐζει το σώμα της σε ξένα κρεβάτια απλά για να μην πεινάει. Το κοριτσάκι που δεν ήξερε να σ' ευχαριστήσει αλλά έκανε τα πάντα για να μη σου χαλάσει χατίρι, σήμερα δινειβτο σώμα της αλλά ποτέ την καρδιά της.

Αυτή η γυναίκα που τόσο ξεφτίλισες και μετά άφησες για να κάνεις παιδιά με κάποιαν άλλη είναι το μόνο που υπάρχει σήμερα και δε θα σ' αρέσει καθόλου. Αρέσει στον εαυτό της και στους γύρω της κι αυτό έχει σημασία. Ξέρει να πατάει γερά στα ποδιά της και ξέρει ότι ο έρωτας ίσως δεν έλθει ξανά ποτέ στη ζωή της. Όμως, έμαθε να ζει μ' αυτό.

Το κοριτσάκι που ψάχνεις, μάτια μου δε θα το βρεις. Κι αν το βρεις δε θα μπεις καν στον κόπο να του δώσεις ανάσες ζωής. θα το κοιτάξεις με απέχθεια και θα συνεχίσεις την δήθεν τέλεια ζωή σου.

Read More

Η ζωή Κανέναν δεν περιμένει

Είναι θλιβερό αν σκεφτεί κανείς το πόσο γρήγορα περνάνε τα λεπτά, οι ώρες, οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια...
Πόσο γρήγορα περνάνε οι όμορφες στιγμές. Ίσως επειδή είναι πάντα τόσο λίγες χωμένες στην ανούσια και αδιάφορη καθημερινότητά μας που μοιάζει αιώνας. 

Ιδιαίτερα μετά τα 30 η ζωή κυλάει με τόση φόρα που δεν την προλαβαίνουμε. Δεν προλαβαίνουμε καν να σκεφτούμε ποιοι είμαστε, αν εδώ που είμαστε θέλουμε να είμαστε ή τι θα κάνουμε μετά. Έχουμε τους καθημερινούς μικρούς και μεγάλους αγώνες μας που μας κρατούν απασχολημένους κι ανάμεσα τους κάποιες στιγμές χαλάρωσης και απόλαυσης των κόπων μας. 



Η ζωή κανέναν δεν περιμένει, εμείς γιατί περιμένουμε ανθρώπους να 'ρθουν ή ν' αλλάξουν; Γιατί επιμένουμε σε καταστάσεις ληγμένες κι ανθρώπους που έχουν δοκιμαστεί δεκάδες φορές κι απέτυχαν να περάσουν τις δοκιμασίες; Θέλουμε ν' ακούμε συνεχώς τα ίδια και να μην τα βλέπουμε ποτέ να γίνονται πράξεις; Να προσποιούμαστε ότι είμαστε καλά και να ξεγελάμε τον εαυτό μας όταν νιώθουμε τόσο μόνοι και παραμελημένοι; 

Η ζωή τρέχει και μας προσπερνά. Η ευτυχία αν δεν την κυνηγήσεις, δεν πρόκειται να 'ρθει να σε βρει, εκτός αν ξεχειλίζεις από τύχη. Γιατί μένουμε κολλημένοι στα ίδια που μας θλίβουν κι αφήνουμε τη ζωή να περνάει από μπροστά μας και να μας αφήνει πίσω της, χλευάζοντας μας;


Ας σκεφτούμε λίγο... Αυτοί που περιμένουμε να είναι στη ζωή μας όπως μας αξίζει κι όπως θέλουμε να είναι, είναι πρόθυμοι ν' αφήσουν κάποια πράγματα για να το κάνουν; Αυτοί σταμάτησαν όπως σταματήσαμε κι εμείς τη ζωή μας για να τους περιμένουμε; Εκτιμούν την προθυμία μας, τις υποχωρήσεις που κάνουμε, τα όσα θυσιάζουμε και απορρίπτουμε απλά για να τους περιμένουμε ή μας έχουν συμπληρωματικούς στον πάγκο χωρίς να έχουν ποτέ πρόθεση να μας ρίξουν στο παιχνίδι; 

Γιατί να είναι αυτοί οι προπονητές στη δική μας ζωή; 
Γιατί να έχουν αυτοί το δικαίωμα να επιλέγουν για μας όταν δεν έχουν δώσει σχεδόν τίποτα για να το αξίζουν; Αν τους αφήσουμε στη προνομιακή αυτή θέση, το πιθανότερο είναι ότι θα μας αντικαταστήσουν με την πρώτη ευκαιρία. Και μια μέρα θα εξαφανιστούν. Μια και καλή! Και τότε θα κοιτάμε πίσω το χαμένο χρόνο και ρωτάμε ανούσια γιατί. Θα θέλουμε να στρέψουμε πίσω το ρολόι και δε θα μπορούμε. Θα θέλουμε να σταθούμε ξανά στα πόδια μας και δε θα ξέρουμε πώς. Ο κόσμος θα μας μοιάζει αφιλόξενος και τρομαχτικός.

Μας περιμένουν τόσα όμορφα πράγματα εκεί έξω αρκεί ν' ανοίξουμε τα μάτια για να τα δούμε. Αυτά που ζητάμε υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να μας τα δώσουν απλόχερα, φτάνει να αγαπήσουμε πρώτα τον εαυτό μας και ν' απολαμβάνουμε την κάθε στιγμή, αντί να βρισκόμαστε σε αναμονή και να επιμένουμε σε τελειωμένες καταστάσεις.
Read More

Το ελεύθερο πνεύμα του Νίτσε (γνωμικά)

  • Κανένας δεν ψεύδεται τόσο όσο ο αγανακτισμένος άνθρωπος.
  • Δε γνωρίζω τίποτε που να με έκανε να στοχαστώ περισσότερο το κρύψιμο και τη φύση Σφίγγας του Πλάτωνα όσο αυτό το ευτυχώς διασωθέν περιστατικό: το ότι κάτω από το μαξιλάρι του νεκροκρέβατού του δε βρήκαν καμιά «Βίβλο», τίποτε αιγυπτιακό, πυθαγόρειο, πλατωνικό – αλλά τον Αριστοφάνη.
  • Πολύ λίγοι είναι φτιαγμένοι για ανεξαρτησία – είναι ένα προνόμιο των δυνατών.
  • Οι υψηλότερες διοράσεις μας πρέπει – και θα έπρεπε! – να ηχούν σαν τρελές σε ορισμένες περιπτώσεις, σαν εγκλήματα, όταν φτάνουν με ανεπίτρεπτο τρόπο στα αυτιά εκείνων που δεν είναι φτιαγμένοι και προορισμένοι γι’ αυτές.
  • Το στοιχείο της οργής και το στοιχείο του σεβασμού που χαρακτηρίζουν τη νεότητα, μοιάζουν να μην αφήνουν σε ησυχία τον εαυτό τους ώσπου να παραποιήσουν ανθρώπους και πράγματα με τέτοιο τρόπο που να μπορούν να ξεσπάσουν σ’ αυτά – η νεότητα ως τέτοια είναι κάτι που παραποιεί και εξαπατά.
  • Το ξεπέρασμα της ηθικής, υπό μια ορισμένη έννοια ακόμη και η αυτοϋπέρβαση της ηθικής: ας είναι αυτό το όνομα για εκείνη τη μακρόχρονη μυστική εργασία που έχει κρατηθεί για τις πιο επιτήδειες, πιο έντιμες και επίσης πιο κακεντρεχείς συνειδήσεις τής σήμερον, ως ζώσες λυδίες λίθους της ψυχής.
  • Όταν ο άνθρωπος καταπιάνεται με τις αλήθειες με πάρα πολύ ανθρώπινο τρόπο – ψάχνει δηλαδή το αληθινό μόνο και μόνο για να κάνει το καλό – βάζω στοίχημα πως δε βρίσκει τίποτε.
Read More

Τάδε έφη Ζαρατούστρα (1885)

  • Εσύ, μεγάλο άστρο! Αν δεν είχες αυτούς που φωτίζεις, τι θα ήταν η ευτυχία σου; (Πρόλογος 1)
  • Σας διδάσκω τον Υπεράνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί. Εσείς τι έχετε κάνει για να τον ξεπεράσετε; (Πρόλογος 3)
  • Τι είναι ο πίθηκος για τον άνθρωπο; Ένα αντικείμενο για περίγελο ή μια επώδυνη ντροπή. Και ακριβώς το ίδιο πρέπει να είναι ο άνθρωπος για τον Υπεράνθρωπο: ένα αντικείμενο για περίγελο ή μια επώδυνη ντροπή. (Πρόλογος 3)
  • Ο άνθρωπος είναι ένα βρόμικο ποτάμι. Πρέπει να είσαι θάλασσα για να μπορείς να δέχεσαι ένα βρόμικο ποτάμι χωρίς να λερώνεσαι. (Πρόλογος 3)
  • Ο άνθρωπος είναι ένα σχοινί, τεντωμένο ανάμεσα στο ζώο και στον Υπεράνθρωπο – ένα σχοινί πάνω από μια άβυσσο. (Πρόλογος 4)
  • Αυτό που είναι μεγάλο στον άνθρωπο είναι ότι αυτός είναι γεφύρι και όχι σκοπός: αυτό που μπορεί να αγαπήσει κανείς στον άνθρωπο είναι ότι αυτός είναι ένα πέρασμα και μια δύση. (Πρόλογος 4)
  • Πρέπει να έχει κανείς χάος μέσα του για να μπορέσει να γεννήσει ένα αστέρι που χορεύει. (Πρόλογος 5)
  • Ζοφερή είναι η ανθρώπινη ύπαρξη και πάντα δίχως νόημα: ένας παλιάτσος μπορεί να γίνει η μοίρα της. (Πρόλογος 6)


  • Το να κοιμάσαι δεν είναι ασήμαντη τέχνη: χρειάζεται, για να το πετύχεις, να αγρυπνάς όλη τη μέρα. (Μέρος πρώτο, Για τις έδρες της αρετής)
  • Αν η ζωή δεν είχε κανένα νόημα και έπρεπε να διαλέξω την α-νοησία, τότε η α-νοησία αυτή θα μου φαινόταν η πιο αξιοδιάλεχτη. (Μέρος πρώτο, Για τις έδρες της αρετής)
  • Υπάρχει μεγαλύτερη σοφία στο σώμα σου, παρά στους βαθύτερους συλλογισμούς σου. (Μέρος πρώτο, Για τους περιφρονητές του σώματος)
  • Ο άνθρωπος είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί: και γι’ αυτό πρέπει να αγαπάς τις αρετές σου – γιατί απ’ αυτές θα χαθείς. (Μέρος πρώτο, Για τις χαρές και τα πάθη)
  • Το εγώ μου είναι κάτι που πρέπει να υπερνικηθεί: το εγώ μου είναι για εμένα η μεγάλη περιφρόνηση του ανθρώπου. (Μέρος πρώτο, Για τον ωχρό εγκληματία)
  • Από όλα όσα έχουν γραφτεί, αγαπώ μόνο αυτό που γράφει κανείς με το αίμα του. (Μέρος πρώτο, Για την ανάγνωση και τη γραφή)
  • Βλέπετε προς τα πάνω, όταν ποθείτε την ανύψωση. Κι εγώ βλέπω προς τα κάτω γιατί είμαι ανυψωμένος. (Μέρος πρώτο, Για την ανάγνωση και τη γραφή)
  • Πάντα υπάρχει λίγη παραφροσύνη στην αγάπη. Αλλά και πάντα υπάρχει λίγη λογική στην παραφροσύνη. (Μέρος πρώτο, Για την ανάγνωση και τη γραφή)
  • Θα πίστευα μόνο σε ένα θεό που ξέρει να χορεύει. (Μέρος πρώτο, Για την ανάγνωση και τη γραφή)
  • Δε σκοτώνει κανείς με την οργή, αλλά με το γέλιο. (Μέρος πρώτο, Για την ανάγνωση και τη γραφή)
  • Αν ήθελα να κουνήσω αυτό το δέντρο με τα χέρια μου, δε θα τα κατάφερνα. Ο άνεμος όμως, που δεν τον βλέπουμε, το τυραννά και το λυγίζει όπως θέλει. Αόρατα χέρια μας τυραννούν και μας λυγίζουν κι εμάς με το χειρότερο τρόπο. (Μέρος πρώτο, Για το δέντρο πάνω στο βουνό)
  • Αν πιστεύατε περισσότερο στη ζωή, θα παραδινόσασταν λιγότερο στη στιγμή. Αλλά δεν έχετε αρκετό περιεχόμενο μέσα σας για να περιμένετε – ούτε καν για να τεμπελιάζετε! (Μέρος πρώτο, Για τους κήρυκες του θανάτου)


  • Ο πόλεμος και το θάρρος έχουν κατορθώσει περισσότερα μεγάλα πράγματα απ’ ό,τι η αγάπη προς τον πλησίον. (Μέρος πρώτο, Για τον πόλεμο και τους πολεμιστές)
  • Πρέπει να έχετε μόνο εχθρούς που αξίζει να μισείτε, όχι όμως εχθρούς για να τους περιφρονείτε. Πρέπει να είστε περήφανοι για τους εχθρούς σας: γιατί τότε τα κατορθώματα του εχθρού σας θα είναι και δικά σας. (Μέρος πρώτο, Για τον πόλεμο και τους πολεμιστές)
  • Για τις μεγάλες ψυχές, η γη είναι ακόμη ελεύθερη. [...] Για τις μεγάλες ψυχές, ελεύθερη είναι ακόμη μια ελεύθερη ζωή. Αληθινά, όποιος κατέχει λίγα, κατέχεται εξίσου λίγο: ευλογημένη να είναι η μικρή φτώχεια! (Μέρος πρώτο, Για το νέο είδωλο)
  • Γίνε και πάλι όμοιος με το δέντρο που αγαπάς, αυτό με τα πλατιά κλαδιά: σιωπηλό και με τα κλαδιά στημένα κρέμεται πάνω απ’ τη θάλασσα. (Μέρος πρώτο, Για τις μύγες της αγοράς)
  • Στον κόσμο, τα καλύτερα πράγματα δεν αξίζουν τίποτε, αν δεν υπάρχει ένας που να τα βγάλει στη σκηνή: μεγάλους άνδρες ονομάζει ο λαός αυτούς τους σκηνοθέτες. (Μέρος πρώτο, Για τις μύγες της αγοράς)
  • Εκείνος που φτάνει στη γνώση, κατεβαίνει απρόθυμα στα νερά της αλήθειας, όχι όταν αυτή είναι βρόμικη, αλλά όταν είναι ρηχή. (Μέρος πρώτο, Για την αγνότητα)
  • Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να ελευθερωθούν από τις δικές τους αλυσίδες και όμως είναι ελευθερωτές των φίλων τους. (Μέρος πρώτο, Για τον φίλο)
  • Όσα δίνετε στον φίλο σας, εγώ θα τα δώσω στον εχθρό μου και πάλι δε θα γίνω φτωχότερος. (Μέρος πρώτο, Για τον φίλο)
  • Η συναναστροφή με τους ανθρώπους χαλάει το χαρακτήρα, ιδιαίτερα όταν δεν έχει κανείς τέτοιον. (Μέρος πρώτο, Για την αγάπη προς τον πλησίον)
  • Όλα στη γυναίκα είναι αίνιγμα και όλα στη γυναίκα έχουν λύση: ονομάζεται εγκυμοσύνη. (Μέρος πρώτο, Για τη γριά και τη νέα γυναικούλα)
  • Ο αληθινός άνδρας θέλει δύο πράγματα: τον κίνδυνο και το παιχνίδι. Γι’ αυτό θέλει τη γυναίκα, σαν το πιο επικίνδυνο παιχνίδι. (Μέρος πρώτο, Για τη γριά και τη νέα γυναικούλα)
  • (Ο Ιησούς) πέθανε πολύ νωρίς• αυτός ο ίδιος θα απαρνιόταν τη διδασκαλία του, αν έφτανε στη δική μου ηλικία! (Μέρος πρώτο, Για τον εθελούσιο θάνατο)
  • Ο άνθρωπος της γνώσης δεν πρέπει να αγαπά μόνο τους εχθρούς του, αλλά και να μπορεί να μισεί τους φίλους του. (Μέρος πρώτο, Για τη δωρήτρια αρετή)
  • Ανταμείβει κανείς άσχημα το δάσκαλο, όταν μένει πάντα μαθητής. (Μέρος πρώτο, Για τη δωρήτρια αρετή)

Read More

May 18, 2017

Καλύτερα να πεθαίνεις από πάθος παρά από βαρεμάρα

"Καλύτερα να πεθάνω από πάθος παρά από βαρεμάρα", είπε ο μεγάλος ιμπρεσιονιστής ζωγράφος Βίνσεντ Βαν Γκονγκ και μια μέρα τον βρήκαν νεκρό στο μικρό και φτωχικό του σπίτι. Στα 37 του μόλις χρόνια είχε αποφασίσει πώς δεν άντεχε άλλο τη βαρεμάρα και έβαλε τέλος στη ζωή του με ένα ρεβόλβερ. 

Ο Βαν Γκονγκ είναι ένας από τους σημαντικότερους και διασημότερους ζωγράφους στον κόσμο. Το μουσείο του στο Άμστερνταμ δέχεται εκατομμύρια επισκέπτες κάθε χρόνο, όμως, ο ίδιος πέθανε μόνος και φτωχός, νικημένος από την κατάθλιψη. 


Αυτή είναι η τραγικότητα της ζωής. Της κάθε ζωής. Πόσοι άνθρωποι που δεν έχουν το θάρρος να τραβήξουν τη σκανδάλη του ρεβόλβερ, πεθαίνουν καθημερινά από βαρεμάρα; Ο ψυχολογικός θάνατος είναι καθημερινός και βασανιστικός. 

Άνθρωποι ξυπνάνε κάθε πρωί, αν κοιμηθούν καθόλου, για να δουν το ίδιο έργο σ' επανάληψη, σ' ένα ρόλο που βρέθηκαν χωρίς να το καταλάβουν ή για τον οποίο έχουν μετανιώσει και πλέον έχουν βαρεθεί. Ακολουθούν την ίδια διαδικασία για να ετοιμαστούν με το που σηκώνονται από το κρεβάτι τους, παίρνουν το ίδιο τρένο κάθε μέρα για να πάνε σε μία δουλειά που μισούν. Υποκρίνονται για 10 περίπου ώρες πώς όλα καλά και κοιτάνε συνεχώς το ρολόι μέχρι να δείξει την ώρα που θ' απελευθερωθούν. Κι ύστερα ανούσιες συναντήσεις με φίλους που βαρέθηκαν να βλέπουν και να κάνουν τα ίδια, όμως δε θέλουν να χάσουν κι αυτούς κι ύστερα στο σπίτι μ' ένα ταίρι που κι αυτό βαρέθηκαν, όμως, δε βρίσκουν τη δύναμη να χωρίσουν. 

Πόση δύναμη χρειάζεται ο άνθρωπος για να είναι ευτυχισμένος Πόση δύναμη χρειάζεται για να επιλέγει ότι τον κάνει ευτυχισμένο; ΓΙατί η κατάθλιψη είναι η πρώτη ασθένεια στις μέρες μας; Γιατί του φορτώνουν περισσότερα απ' όσα μπορεί ν' αντέξει. Γιατί δυσκολεύεται να βρει το νόημα. Επειδή έχει απομακρυνθεί από την αγάπη. Ο άνθρωπος έχει απομακρυνθεί από τον άνθρωπο κι ας νομίζουμε ότι τα κοινωνικά δίκτυα και το ίντερνετ μας έφεραν πιο κοντά. Τα πάντα γίνονται μηχανικά, για το θεαθήναι. 

Πότε ήταν η τελευταία φορά που χαθήκατε απλά στη στιγμή, που νιώσατε αυτό που ζήσατε στο 100% και απλά γελούσατε ξεχνώντας να κοιτάξετε το κινητό ή να μοιραστείτε το στάτους σας. Πότε κλάψατε από χαρά; Πότε νιώσατε για τελευταία φορά ότι ανήκετε εκεί που υπάρχετε; Πότε δώσατε τον εαυτό και το σώμα σας ολοκληρωτικά και νιώσατε το σώμα σας να δονείται από έρωτα;

Γιατί οι άνθρωποι υποτιμούν τη δύναμη που έχει ο έρωτας πάνω τους. Γιατί ξεχνάνε ότι μπορεί να τους κάνει ευτυχισμένους και να τους ολοκληρώσει; Γιατί επιλέγουν οτιδήποτε άλλο πιο εύκολο εκτός απ' αυτόν; 

Πόσοι άνθρωποι δεν στρέφουν τελικά το ρεβόλβερ στον εαυτό τους, όμως τον σκοτώνουν κάθε μέρα;
Read More

May 16, 2017

Το όνειρο - για το νόημα της ζωής και το επέκεινα

Δεν πιστεύω να πίστεψες ότι είδα κάποιο όνειρο με το νόημα της ζωής.

Αν ρίχνεις καμιά ματιά στα κείμενα μου θα έχεις καταλάβει ότι μ’ αρέσει να ραδιουργώ, όχι πατώντας επί πτωμάτων, αλλά επί λέξεων και εννοιών.

Παλιότερα πάλευα με τις λέξεις, προσπαθώντας να ακολουθήσω τα χνάρια που άφησαν οι σπουδαίοι και οι μεγάλοι.

Απόρροια αυτής της πάλης ήταν ένα κολοσσιαίο μυθιστόρημα. 540 σελίδες γραμμένες τρεις φορές με μια Olympia Splendid του ’69 (αν εκτυπωνόταν θα έφτανε τις οκτακόσιες του τζοϊσικού «Οδυσσέα»).

Αυτό το μυθιστόρημα ουδέποτε στάλθηκε σε εκδοτικό οίκο. Ποιος ο λόγος; Ποιος εκδότης θα εξέδιδε 800 σελίδες ενός αγνώστου;

Ούτε καν ο παμμέγιστος Τζόις δεν θα είχε εκδώσει τον «Οδυσσέα» αν δεν βρισκόταν η καλή Αμερικανίδα κυρία του Shakespeare&Co.



Μετά τις αγάπησα τις λέξεις. Σταμάτησα να παλεύω μαζί τους και τις κάλεσα στο σπίτι για ένα τσάι. Ήπιαμε το τσάι μας, φάγαμε πανκέικς και λίγο αργότερα, σαν έδυσε ο ήλιος, ανοίξαμε ένα μπουκάλι φτηνό κρασί.

Με ξελόγιασαν, τις ξελόγιασα, και κάναμε έρωτα ως το πρωί.

Το επόμενο βράδυ ήταν πάλι εκεί, περιμένοντας. Φορώντας τα καλύτερα ρούχα τους και τα πιο φετιχιστικά εσώρουχα τους.

Δεν δώσαμε όρκους αιώνιας αγάπης, αλλά απολαύσαμε τις νυχτερινές μας συνευρεύσεις όσο περισσότερο μπορούσαμε.

Χωρίς κανόνες και αιδώ. Μόνο με ένα τεράστιο ΕΔΩ, που μου θύμιζε πόσο υπέροχο είναι να είσαι θνητός και να ζεις χωρίς να υπολογίζεις τι θα ξημερώσει αύριο.

Μετά ξεπέρασα τον έρωτα μου ή τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω («δε σε σκέφτομαι πια, σε ξεπέρασα»). Βρήκα άλλες αγάπες -προτάσεις, παραγράφους, έννοιες, σκέψεις, αποδείξεις, απιθανότητες και ονειροφαντασίες.

Οι καινούριες ερωμένες δεν είχαν ανάγκη από τη συζυγική πίστη των λέξεων, από τη γραμματική και συντακτική ορθότητα του ανθόσπαρτου βίου.

Ξεπηδούσαν στην κρεβατοκάμαρα του μυαλού μου αλλοπρόσαλλες και ξαναμμένες, έτοιμες για πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορούσα να φανταστώ. Κάποιες φορές σκληρές, κάποιες άλλες αρχείο λήψης ρομαντικές, αλλά πάντα ερωτικές –όσο μπορεί να αντέξει ο νους και το σώμα.

Αυτές με δίδαξαν να παίζω. Να γελώ με τον εαυτό μου -και με όλα τα σοβαρά, τα ιερά και τα ανθρώπινα. Μου έμαθαν ότι δεν υπάρχει καλό και κακό, εμείς τα κάνουμε τέτοια.

Οπότε, αδελφέ-αναγνώστη, υποκριτή, mon semblable, πως μπορείς να περιμένεις ότι ένας ραδιούργος δημιουργός θα πει την αλήθεια;

Σκέψου ‘το λιγάκι…

(Μουσικό διάλειμμα για να σκεφτείς: «I ‘m a joker, i ‘m a smoker, i ‘m a midnight talker…..»)



Αποφάσισες; Σε παραπλανούσα σκόπιμα τόσες μέρες, πασά μου, για να αποφύγω τον αποκεφαλισμό, όπως η Σεχραζάτ;

Μάλλον ξέχασες ότι είμαι Γελωτοποιός. Και οι Γελωτοποιοί λένε πάντα την αλήθεια –επενδυμένη με μικρά γλυκά ψέματα.

Ναι! Είδα το νόημα της ζωής στον ύπνο μου και αν δεν το πιστεύεις μπορείς να πας να τρυγήσεις μια ρόγα από τα αχαμνά του σύμπαντος πριν κοιμηθείς.

Η αιτία που καθυστέρησα τόσο να το μεταφέρω στην οθόνη σου είναι διττή. Έτσι νομίζω, τουλάχιστον.

Πρώτον, γιατί η προσδοκία μεγαλώνει την ευχαρίστηση. Τις περισσότερες φορές η ικανοποίηση μιας επιθυμίας μας αφήνει λιγότερο ικανοποιημένους απ’ όσο περιμέναμε. Όχι μόνο επειδή η φαντασία είναι ισχυρότερη από τη γνώση και έτσι μπορούμε να φανταζόμαστε ηδονές (σωματικές ή πνευματικές) κατακλυσμιαίες, οι οποίες καταλήγουν σε ένα χλιαρό «καλά-ήταν-και-μετά;»

Όχι μόνο γι’ αυτό. Κάθε ικανοποίηση, κάθε ευχαρίστηση, κάθε ηδονή, κάποια στιγμή τελειώνει. Τη ζεις, την απολαμβάνεις -«και μετά;»

Δεύτερον, γιατί γράφοντας τόσες σελίδες, τόσες λέξεις, προσπάθησα να κατανοήσω και να μεταδώσω μια αίσθηση που δεν γίνεται να κατανοηθεί, δε γίνεται να μεταδοθεί, παρά μόνο να βιωθεί, από τον καθένα ανεξάρτητα.

Ο μόνος τρόπος για να καταλάβεις απόλυτα αυτή την αίσθηση θα ήταν να ζήσεις μέσα στο όνειρο1-gustav-klimt-medicine-l μου. Ή μπορεί και αυτό να είναι μια αυταπάτη.

Κάποιος μπήτνικ (δε θυμάμαι αν ήταν ο Κέρουακ ή ένας ήρωας του), ήταν βέβαιος πως κάθε φορά που έπαιρνε μπενζαντρίνη καταλάβαινε το νόημα του κόσμου ολόκληρου –μπορεί και ολάκερου. Όμως όταν ξυπνούσε, με το κεφάλι του να πονάει και τα χείλη ξεραμένα, δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα από αυτό.

Ένα βράδυ αποφάσισε να πάρει μπενζαντρίνη και να γράψει το «νόημα» σε ένα τετράδιο… Το επόμενο πρωί ξύπνησε και άνοιξε τρέμοντας το τετράδιο. Εκεί μέσα είχε γράψει μόνο: «Κυριαρχεί μια έντονη μυρωδιά βενζίνης».

Το γεγονός ότι δεν κατάφερε να το γράψει (αν και κανείς δεν μας βεβαιώνει ότι το νόημα του κόσμου δεν είναι άλλο από την επερχόμενη κυριαρχία της φωτιάς), δεν σημαίνει ότι δεν το έζησε.

Δύο αρνήσεις (δεν-δεν) κάνουν μια κατάφαση: Σημαίνει ότι το έζησε. (!)



Για να μην αφαιρεθώ πάλι και αρχίσω να γράφω περί του ονείρου, συνεχίζοντας επ’ άπειρον αυτό τον πρόλογο που έχει αρχίσει να γίνεται πιο παραπλανητικός και από τους καθρέφτες του Μπόρχες, θα μπω με τα μπούνια στο ζουμί του ονείρου, προσέχοντας να μην βρέξω την καινούρια μου γραβάτα.

Όσο παράξενο και να σου φαίνεται ξεκινάω να γράφω για το όνειρο.

Αλλά βλέπω ότι η ώρα έχει περάσει και το μπουκάλι μου άδειασε, οπότε θα πρέπει να συνεχίσω μια άλλη φορά.

Αστειεύομαι.

«Το όνειρο, παρακαλώ. Να σβήσουν τα φώτα.»

Στο όνειρο πρωταγωνιστής ήμουν εγώ, με εκείνον τον παράδοξο τρόπο που υπάρχουμε στα όνειρα πολλές φορές. Χωρίς να είμαστε ο εαυτός μας -αυτός που φέρει το ονοματεπώνυμο μας, περπατάει με τα πόδια μας και χρωστάει το χαράτσι στην εφορία.

Ήμουν «εγώ», αλλά δεν ήμουν εγώ.

Ήμουν ένας άντρας που ζούσε μια ολόκληρη ζωή σε ένα αποικιακό μέρος, κάτι που έμοιαζε με την Νότια Αμερική, όπως αυτή περιγράφεται στα βιβλία του Μαρκές: Φανταστικά ρεαλιστική.

Μεγάλωνα ως παιδί σε κάποιες φυτείες, μετά δούλευα, ερωτευόμουν και παντρευόμουν. Έκανα μια μικρή περιουσία, αλλά χωρίς υπερβολές, όχι σαν τον Αρτέμιο Κρους του Κάρλος Φουέντες.

Και μετά χρεοκοπούσα.

Δεν υπήρχαν πολλές λεπτομέρειες ως εδώ –ή μπορεί να υπήρχαν και να τις ξέχασα.

Μέχρι αυτό το σημείο το όνειρο είχε μια αίσθηση μυθιστορήματος, έτσι όπως θυμάσαι τα μυθιστορήματα μετά από είκοσι χρόνια: Σκόρπιες εικόνες και λέξεις.

Πιο σημαντική ήταν η γενική αίσθηση: Η γλυκιά ματαιότητα της ζωής, η «αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι», χωρίς θλίψη όμως.

Ήταν όπως ξαναδιαβάζεις το αγαπημένο σου βιβλίο ή βλέπεις πάλι μια ταινία που θυμάσαι πως τελειώνει. Χωρίς εκπλήξεις και εκρήξεις, χωρίς έντονα συναισθήματα, αλλά με μια διάχυτη απόλαυση, σαν τον καφέ που πίνεις στο μπαλκόνι σου, ένα ήσυχο Κυριακάτικο πρωινό.

Θυμάμαι μόνο καθαρά να με προσεγγίζει ένας ξάδελφος, για τον οποίο γνώριζα ότι ήταν μεγάλος απατεώνας, και να τον συγχωρώ, να τον αποδέχομαι ή μάλλον να τον κατανοώ.

Αισθανόμουν κάτι παρόμοιο με τον «άσκοπο οίκτο» των βουδιστών μοναχών. Οι άνθρωποι που συναντούσα ήταν ευλογημένοι, χωρίς να το γνωρίζουν –και γι’ αυτό ένιωθαν καταραμένοι.

Ευσπλαχνία για κάθετι ζωντανό.

Σαν ένας μικρός θεός, σαν ένας θεός των μικρών πραγμάτων, τους κοιτούσα και ένιωθα: «Άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι».

Δεν νομίζω ότι μπορώ να περιγράψω επακριβώς εκείνη τη λυτρωτική αίσθηση –σίγουρα όχι σε ένα κείμενο πέντε σελίδων. Ίσως αν έγραφα 540 σελίδες να κατάφερνα να μεταδώσω το ένα εκατοστό της αγαλλίασης εκείνης, όπου δεν υπάρχουν εχθροί και φίλοι, αλλά μόνο συνοδοιπόροι.

Και αν είχα την ποιητική δύναμη ενός Καβάφη θα μπορούσα να το κάνω με λίγους μόνο στίχους… Θα μπορούσα;

Το πιο σημαντικό μέρος του ονείρου είναι το επόμενο.

Κάποια στιγμή, ενώ «εγώ» είμαι μεσήλικας πλέον, ψάχνω για τον μεγάλο μου γιο –στο όνειρο είχα περισσότερα του ενός παιδιά.

«Που είναι ο …», ρωτάω. (Το όνομα του δεν το θυμάμαι. Ίσως να ήταν το δικό μου.)αρχείο λήψης (1)

Μου τον δείχνουν. Απομακρύνεται, διασχίζοντας μια γέφυρα. Ξέρω ότι φεύγει από το πατρικό του, φεύγει από κοντά μου.

Είναι έφηβος, γύρω στα δέκα εφτά, και περπατάει σκεφτικός, ίσως και λίγο θλιμμένος, με κατεβασμένο το κεφάλι.

«Που πάει;» ρωτάω.

«Ψάχνει», μου λένε. (Ποιος είναι αυτός που μου μιλάει;) «Ψάχνει για να βρει αυτό το… Κάτι.»

Εγώ -«εγώ»- χαμογελάω, γιατί γνωρίζω ότι η αναζήτηση του είναι μάταιη.

«Δεν υπάρχει Κάτι», λέω, «δεν το ξέρει; Δεν υπάρχει ένα κάτι. Υπάρχουν πολλά κάτι.»

(Όλη μας η ζωή είναι γεμάτη από τέτοια κάτι… Όταν τα ζούμε, συνήθως δεν τα καταλαβαίνουμε. Τις περισσότερες φορές τα προσπερνάμε. Είναι η φύση τους τέτοια: Αν σταθείς τη στιγμή που ζεις αυτό το κάτι και πεις: «Το ζω…»

Τότε σταματάει να είναι κάτι. Όπως το όνειρο. Αν την ώρα που ονειρεύεσαι σκεφτείς «βλέπω όνειρο», τότε ξυπνάς…

Αλλά αυτές είναι οι σκέψεις που προσπαθούν να εξηγήσουν τα λόγια του ενύπνιου εαυτού μου. Αυτός –«εγώ», δεν είπε τόσα πολλά.)

Δεν έτρεξα να σταματήσω τον ονειρικό μου γιο. Να του πω ότι δεν πρέπει να ψάχνει για εκείνο το ουτοπικό Κάτι. Τον παρακολουθούσα να φεύγει, χωρίς να θλίβομαι, νιώθοντας ευσπλαχνία και γι’ αυτόν, όπως και για όλους τους άλλους.

Καθώς διέσχιζε τη γέφυρα, σήκωσα το χέρι και άγγιξα τα μαλλιά μου που είχαν γίνει γκρίζα πια. Και τότε… ΠΑΦ! Μου ήρθε μια εικόνα: Ένα από τα τετράδια μου.

Να εξηγηθώ. Από την εφηβεία ακόμα συνήθιζα να κρατάω ημερολόγιο. Σε αυτά έγραφα ποιήματα (όταν ακόμα οι ορμόνες δεν με άφηναν να ολοκληρώσω κείμενα μεγαλύτερα των εκατό λέξεων), σκέψεις, διηγήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, προσχεδιάσματα και ιδέες για μυθιστορήματα, ολόκληρες σελίδες από τα βιβλία που είχα διαβάσει και αγάπησα.

Στο τέλος κάθε τετραδίου συνήθως είχα έναν κατάλογο με τα βιβλία που είχα διαβάσει εκείνη την εποχή (αυτά κάνει ο άνθρωπος όταν έχει ελεύθερο χρόνο).

Στο εξώφυλλο και στην πρώτη σελίδα έγραφα κάποιες φράσεις από τα βιβλία που διάβασα, κάποια αποφθέγματα που δεν ήθελα να ξεχάσω.

Βεβαίως και τα ξέχασα. Τα ξέχασα;

Πιστεύω ότι δεν ξεχνάμε τίποτα απ’ όσα μαθαίνουμε, απ’ όσα ακούμε, απ’ όσα ζούμε. Μόνο που δεν μπορούμε να τα ανασύρουμε κατά παραγγελία και κατά βούληση. Μένουν καταγεγραμμένα στους νευρώνες μας, κοιμισμένα και ήσυχα, μέχρι που κάποιο φαινομενικά τυχαίο γεγονός να τα αφυπνίσει.

Η εικόνα που μου ήρθε στον ύπνο ήταν από ένα τετράδιο με πορτοκαλί εξώφυλλο. Αλλά είχε και κάτι γκρίζο.

Μόλις ξύπνησα πήγα στο ντουλάπι που τα φυλάω. Το βρήκα αμέσως. Ήταν το μόνο πορτοκαλί (τώρα το έχω εδώ δίπλα και το ξανακοιτάω για να βεβαιωθώ: Ναι, είναι πορτοκαλί.)

Στο εξώφυλλο διάφορα αποφθέγματα:

«Τίποτα δεν είναι αληθινό. Όλα επιτρέπονται». Μπάροουζ

«Ο μόνος όρος του αγώνα για το δικαίωμα στη δημιουργία είναι η πίστη στην κλίση σου, η ετοιμότητα να υπηρετήσεις και η άρνηση να συμβιβαστείς.» Ταρκόφσκι

«Will my songs remain? I know not, but this i know: That often, when i sang, i found my eternity». Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ

«Εαν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γεγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον.» Απόστολος Παύλος

“Qu’est mon neant, aupres de la stupeur qui vous attend ? » (Τι είναι ο xαμός /εκμηδενισμός μου, μπροστά στην αποχαύνωση που σας περιμένει;) Μποντλέρ, νομίζω.

Όχι! Δεν ήταν αυτά που ανέσυραν την ανάμνηση του πορτοκαλί τετραδίου. Πήγα στην πρώτη σελίδα. Αριστερά μια δική μου σημείωση:




«Τον τελευταίο χρόνο παλεύω με τις λέξεις και δεν ξέρω μήπως στην πραγματικότητα παλεύω με τον εαυτό μου».

Και από κάτω: «Αλαμούτ = Αετοφωλιά… Το απόρθητο φρούριο του Χασανί Σαμπάχ ή Γέρου του Βουνού, ιδρυτή της μωαμεθανικής αίρεσης των Ασσασίνων. Haschishin, αυτός που παίρνει χασίς.»

Ούτε αυτό ήταν. Μήπως το όνειρο με είχε εξαπατήσει;

Τελευταία ευκαιρία: Η δεξιά σελίδα.

Κάτω γράφω: «Μη ουν μεριμνήσητε εις την αύριον, η γαρ αύριον μεριμνήσει εαυτής». Χριστός.

Και πάνω ψηλά….

«Ως που πήραν τα μαλλιά της ένα σιδερί γκρίζο χρώμα, σαν το χρώμα που έχει το ανακατεμένο αλατοπίπερο.» Φώκνερ.

Εύρηκα! Τα γκρίζα μαλλιά του ονειρικού «εγώ» μου.

Με μια ματιά που έριξα στην αποκάτω σημείωση, κατάλαβα τι με είχε τραβήξει στο πορτοκαλί τετράδιο. Όμως δεν θα σου γράψω ακόμα το τελευταίο απόφθεγμα. Όχι πριν τελειώσω το όνειρο.

Δεν σταματάω το κείμενο. Έχει ήδη ξεπεράσει και τις δικές μου υπερβολές –όσον αφορά την έκταση, πόσο μάλλον όσον αφορά τις διαδικτυακές συνήθειες.

Αλλά, όπως είπε και ο Ταρκόφσκι: «…και η άρνηση να συμβιβαστείς».

Θα ολοκληρώσω το «σταυρουδάκι» μου και αν όλοι έχουν απολυθεί μέχρι να τελειώσει… Δεν πειράζει. Άλλωστε για μένα τα φτιάχνω τα σταυρουδάκια μου.

Η επόμενη εικόνα, απευθείας, χωρίς ενδιάμεσες στάσεις, όπως πάντα συμβαίνει στα όνειρα, ίσως και στο θάνατο -και το απέδωσαν σωστά οι Κινηματογραφιστές σε Κρίση, στο «Μεταθανάτια συνέντευξη με έναν Χίτλερ»- ήταν σε μια αίθουσα χορού!

Μια φαντασιακή αίθουσα, όπως αυτές που «βλέπουμε» όταν σκεφτόμαστε το Μπουένος Άιρες του μεσοπολέμου. Ψηλοτάβανη, με πολυέλαιους να επικρέμονται σαν τη Δαμόκλεια Σπάθη, καλογυαλισμένο παρκέ και σερβιτόρους που περιφέρονται με δίσκους γεμάτους Gin Fizz και σαμπάνια.

Ο γκριζομάλλης εαυτός μου είναι εκεί, αλλά τον βλέπω από μακριά, σαν να παρακολουθώ ταινία. Αν αυτό γινόταν στην αληθινή ζωή θα μιλούσαμε για το φαινόμενο της αποπροσωποίησης και θα έπρεπε να επισκεφτώ τον ψυχολόγο μου –το συντομότερο.

Όμως στα όνειρα τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται –αντιγράφοντας τη ρήση του Μπάροουζ από το πορτοκαλί τετράδιο.

Με βλέπω να χορεύω αγκαζέ με μια ξανθιά γυναίκα και μετά… Σταματώ, φέρνω τα χέρια μου στο στήθος, κάνω μια γκριμάτσα σαν να έχω πέντε χρόνια να πάω τουαλέτα προς αφόδευση… Και πεθαίνω. Οι χορευτές μαζεύονται γύρω μου.

Χάρη στην αποπροσωποίηση δεν ένιωσα το θάνατο, παρά μόνο με είδα να πεθαίνω. Το έχω ξαναπεί: Ο εγκέφαλος μας είναι πιο έξυπνος από μας.

Αλλά στην επόμενη εικόνα, στη μεταθανάτια εικόνα, βλέπω με τα μάτια του νεκρού εαυτού μου.

Αναρωτιέσαι τι υπάρχει μετά θάνατον;

Βρισκόμουν μέσα σε ένα σπίτι. Σε ένα σπίτι που έμοιαζε με εκείνο της γιαγιάς μου: Παλιό και πέτρινο. Επικρατούσε μια έντονη μυρωδιά από ημίφως και δροσιά. Μπροστά μου μια ανοικτή πόρτα. Απ’ έξω φως, φως έντονο όπως στις Κυκλάδες τον Αύγουστο.

Περπάτησα προς την πόρτα. Εκεί κρεμόταν μια αραχνοΰφαντη (συγνώμη για την κοινότοπη λέξη, αλλά έτσι ήταν) κουρτίνα. Γαλάζια στο χρώμα τουimages (7) ουρανού. Ο άνεμος την έσπρωχνε προς τα μέσα και κόλλησε για λίγο πάνω μου, καθώς προσπαθούσα να βγω.

Χρειάστηκε να μισοκλείσω τα μάτια, μέχρι να συνηθίσω το κυκλαδίτικο φως.

Έβλεπα έναν κήπο. Ακριβώς απέναντι από την πόρτα ήταν μια ροδακινιά, φορτωμένη ροδάκινα και φρέσκα φύλλα.

Στα σκαλιά, ακριβώς δίπλα στην πόρτα, καθόταν μια γυναίκα και νανούριζε ένα μωρό –ή μπορεί και να το θήλαζε. Έμοιαζε να με περιμένει κι εγώ δεν ξαφνιάστηκα που την είδα.

Ο άνεμος έφερνε τον ήχο κάποιων μουσικών που έπαιζαν στην παραλία. Το ήξερα, ότι έπαιζαν στην παραλία, χωρίς να ξέρω πως.

Ήταν έντεχνη μουσική, κάτι σαν Θανάσης Παπακωνσταντίνου –κι αυτό είναι περίεργο, αφού ελάχιστα τραγούδια του έχω ακούσει.

«Ακούγεται η μουσική», είπα στη γυναίκα.

Δεν της είπα «γεια» ή «τι γίνεται;» ή «που βρίσκομαι; είμαι νεκρός;»

Δεν υπήρχε καμία έκπληξη ούτε νοσταλγία για την πρότερη κατάσταση, σαν τον Πέδρο Πάραμο, όταν βρίσκεται στο χωριό των νεκρών.

«Έτσι είναι στα νησιά», είπε η γυναίκα χαμογελώντας.

Και το όνειρο τέλειωσε…

Δεν ξέρω αν υπάρχει μεταθανάτια ζωή -από μόνο του είναι σχήμα οξύμωρο. Και δεν βιάζομαι να μάθω. Κάποια στιγμή θα συμβεί κι αυτό, είναι το μόνο βέβαιο.

Αλλά σίγουρα θα ήταν πολύ όμορφο αν πεθαίναμε χορεύοντας -και μετά ξυπνούσαμε σε ένα κυκλαδίτικο νησί, όπου η μουσική θα συνεχιζόταν και οι γυναίκες θα ταχτάριζαν τα μωρά τους σε χωριάτικες αυλές, όλο ροδάκινα, ήλιο και μελτέμια.

Μέχρι τότε έχουμε κάτι άλλο να κάνουμε. Αυτό που ανακάλυψα στο πορτοκαλί τετράδιο. Τη σκέψη με την οποία θα τελειώσω αυτήν την απεραντολογία του νοήματος της ζωής, που ίσως να σε ευχαρίστησε, ίσως και να σε κούρασε. Ούτως ή άλλως σε ευχαριστώ για την υπομονή σου.

«Κανένας δεν μπορεί να κτίσει για λογαριασμό σου το γεφύρι, απ’ όπου χρωστάς να περάσεις το ρεύμα της ζωής. Κανένας εκτός από σένα τον ίδιο.

Υπάρχουν, βέβαια, μονοπάτια άπειρα, και γεφύρια, και ημίθεοι πρόθυμοι να σε περάσουν. Μα θα ζητήσουν για πληρωμή τον ίδιο σου τον εαυτό.

Στον κόσμο ένας μόνο δρόμος υπάρχει, κι αυτόν κανένας άλλος δεν μπορεί να τον βαδίσει, παρά μόνο εσύ.»


Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ
Γελωτοποιός
Read More

Το καλοκαίρι – Αλμπέρ Καμύ

[…] Και μόνοι με τον ορίζοντα. Τα κύματα έρχονται απ’ την αόρατη Ανατολή, ένα ένα, υπομονετικά. Φτάνουνε μέχρις εμάς και πάλι υπομονετικά φεύγουν προς την άγνωστη Δύση, ένα ένα. Ατέλειωτη πορεία που δεν άρχισε ούτε τελείωσε ποτέ… Ποτάμια μικρά και μεγάλα περνούν, η θάλασσα περνά και μένει. Έτσι θα ‘πρεπε ν’ αγαπώ, πιστά και φευγαλέα. Σμίγω με τη θάλασσα.



[…] Μερικές νύχτες που η γλυκύτητά τους παρατείνεται, ναι, μπορούμε άφοβα να πεθάνουμε τότε, ξέροντας πως τούτες οι νύχτες θα ξανάρθουν ύστερα από μας πάνω στη γη και στη θάλασσα. Απέραντη θάλασσα, πάντα οργωμένη, πάντα παρθένα, η θρησκεία μου μαζί με τη νύχτα! Μας πλένει και μας χορταίνει στα στείρα αυλάκια της, μας ελευθερώνει και μας κρατάει ορθούς. Σε κάθε κύμα μια υπόσχεση, πάντα η ίδια. Τι λέει το κύμα; Αν θα ‘πρεπε να πεθάνω περιστοιχισμένος από κρύα βουνά, αγνοημένος από τον κόσμο, δίχως την αγάπη των δικών μου, εξουθενωμένος τέλος, η θάλασσα, την ύστατη στιγμή, θα γέμιζε το κελί μου, θα ερχόταν να με συγκρατήσει πάνω από το είναι μου και να με βοηθήσει να πεθάνω χωρίς μίσος.



[…] Ο χώρος και η σιωπή σμίγουν και γίνονται βάρος στην καρδιά. Μια ξαφνική αγάπη, ένα  μεγάλο έργο, μια αποφασιστική πράξη, μια σκέψη που μεταμορφώνει προκαλούν σε ορισμένες στιγμές την ίδια ανυπόφορη αγωνία, ανάμεικτη μ’ ακαταμάχητα θέλγητρα. Γλυκιά υπαρξιακή αγωνία, εξαίσιο άγγιγμα ενός κινδύνου που δεν ξέρουμε τ’ όνομά του, το ότι ζω σημαίνει άραγε πως τρέχω προς το χαμό μου; Ας τρέξουμε πάλι χωρίς ανάπαυλα προς το χαμό μας. Είχα πάντα την αίσθηση πως ζούσα στο πέλαγος, σε κίνδυνο, στην καρδιά μιας μεγαλόπρεπης ευτυχίας.

_______________________

  ~ Αλμπέρ Καμύ (1913-1960) Φιλόσοφος και συγγραφέας, ιδρυτής του Theatre du Travail (1935)

   Πηγή: trickmetreatme.tumblr.com
Read More

May 14, 2017

Η μητρότητα μέσα από υπέροχα έργα τέχνης

Όταν η τέχνη εξυμνεί τη μητρότητα, το αποτέλεσμα είναι συγκινητικό. Το θέμα της μητρότητας είναι ίσως, μαζί με τον έρωτα, το πιο δημοφιλές θέμα με το οποίο καταπιάστηκαν οι καλλιτέχνες από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. 

Από τα αρχαία αγαλματίδια των πληθωρικών γυναικών, στη Μαντόνα της Αναγέννησης και στις εικόνες της Παναγιάς με το Χριστό κατά το Μεσαίωνα, έως και σήμερα και από το Ραφαήλ μέχρι τον Πικάσο... 

Πιο κάτω είναι μερικοί από τους πιο διάσημους πίνακες στον κόσμο με θέμα τη μητέρα και το παιδί, με αφορμή τη μέρα της μητέρας!

Gustav Klimt (1862-1918) : Mother and Child



James McNeill Whistler (1871) Mother



Innocence (L’innocence) - William Adolphe Bouguereau (1893)


The Cradle - Berthe Morisot (1872)




The Aldobrandini Madonna1(509–1510), Raphael



Mother and child (1902), Pablo Picasso



Duccio di Buoninsegna (1300), Madonna and Child





Read More

Social Profiles

Twitter Facebook Google Plus LinkedIn RSS Feed Email Pinterest

Blog Archive

Powered by Blogger.

Text

Telling Stories, Telling Life

Followers

Favorite Video

Loading...

Words Translation Agency

Words Translation Agency
Words Translation Agency

Pages

Copyright © Μικρές Ιστορίες | Powered by Blogger
Design by Lizard Themes | Blogger Theme by Lasantha - PremiumBloggerTemplates.com