May 16, 2017

Το όνειρο - για το νόημα της ζωής και το επέκεινα

Δεν πιστεύω να πίστεψες ότι είδα κάποιο όνειρο με το νόημα της ζωής.

Αν ρίχνεις καμιά ματιά στα κείμενα μου θα έχεις καταλάβει ότι μ’ αρέσει να ραδιουργώ, όχι πατώντας επί πτωμάτων, αλλά επί λέξεων και εννοιών.

Παλιότερα πάλευα με τις λέξεις, προσπαθώντας να ακολουθήσω τα χνάρια που άφησαν οι σπουδαίοι και οι μεγάλοι.

Απόρροια αυτής της πάλης ήταν ένα κολοσσιαίο μυθιστόρημα. 540 σελίδες γραμμένες τρεις φορές με μια Olympia Splendid του ’69 (αν εκτυπωνόταν θα έφτανε τις οκτακόσιες του τζοϊσικού «Οδυσσέα»).

Αυτό το μυθιστόρημα ουδέποτε στάλθηκε σε εκδοτικό οίκο. Ποιος ο λόγος; Ποιος εκδότης θα εξέδιδε 800 σελίδες ενός αγνώστου;

Ούτε καν ο παμμέγιστος Τζόις δεν θα είχε εκδώσει τον «Οδυσσέα» αν δεν βρισκόταν η καλή Αμερικανίδα κυρία του Shakespeare&Co.



Μετά τις αγάπησα τις λέξεις. Σταμάτησα να παλεύω μαζί τους και τις κάλεσα στο σπίτι για ένα τσάι. Ήπιαμε το τσάι μας, φάγαμε πανκέικς και λίγο αργότερα, σαν έδυσε ο ήλιος, ανοίξαμε ένα μπουκάλι φτηνό κρασί.

Με ξελόγιασαν, τις ξελόγιασα, και κάναμε έρωτα ως το πρωί.

Το επόμενο βράδυ ήταν πάλι εκεί, περιμένοντας. Φορώντας τα καλύτερα ρούχα τους και τα πιο φετιχιστικά εσώρουχα τους.

Δεν δώσαμε όρκους αιώνιας αγάπης, αλλά απολαύσαμε τις νυχτερινές μας συνευρεύσεις όσο περισσότερο μπορούσαμε.

Χωρίς κανόνες και αιδώ. Μόνο με ένα τεράστιο ΕΔΩ, που μου θύμιζε πόσο υπέροχο είναι να είσαι θνητός και να ζεις χωρίς να υπολογίζεις τι θα ξημερώσει αύριο.

Μετά ξεπέρασα τον έρωτα μου ή τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω («δε σε σκέφτομαι πια, σε ξεπέρασα»). Βρήκα άλλες αγάπες -προτάσεις, παραγράφους, έννοιες, σκέψεις, αποδείξεις, απιθανότητες και ονειροφαντασίες.

Οι καινούριες ερωμένες δεν είχαν ανάγκη από τη συζυγική πίστη των λέξεων, από τη γραμματική και συντακτική ορθότητα του ανθόσπαρτου βίου.

Ξεπηδούσαν στην κρεβατοκάμαρα του μυαλού μου αλλοπρόσαλλες και ξαναμμένες, έτοιμες για πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορούσα να φανταστώ. Κάποιες φορές σκληρές, κάποιες άλλες αρχείο λήψης ρομαντικές, αλλά πάντα ερωτικές –όσο μπορεί να αντέξει ο νους και το σώμα.

Αυτές με δίδαξαν να παίζω. Να γελώ με τον εαυτό μου -και με όλα τα σοβαρά, τα ιερά και τα ανθρώπινα. Μου έμαθαν ότι δεν υπάρχει καλό και κακό, εμείς τα κάνουμε τέτοια.

Οπότε, αδελφέ-αναγνώστη, υποκριτή, mon semblable, πως μπορείς να περιμένεις ότι ένας ραδιούργος δημιουργός θα πει την αλήθεια;

Σκέψου ‘το λιγάκι…

(Μουσικό διάλειμμα για να σκεφτείς: «I ‘m a joker, i ‘m a smoker, i ‘m a midnight talker…..»)



Αποφάσισες; Σε παραπλανούσα σκόπιμα τόσες μέρες, πασά μου, για να αποφύγω τον αποκεφαλισμό, όπως η Σεχραζάτ;

Μάλλον ξέχασες ότι είμαι Γελωτοποιός. Και οι Γελωτοποιοί λένε πάντα την αλήθεια –επενδυμένη με μικρά γλυκά ψέματα.

Ναι! Είδα το νόημα της ζωής στον ύπνο μου και αν δεν το πιστεύεις μπορείς να πας να τρυγήσεις μια ρόγα από τα αχαμνά του σύμπαντος πριν κοιμηθείς.

Η αιτία που καθυστέρησα τόσο να το μεταφέρω στην οθόνη σου είναι διττή. Έτσι νομίζω, τουλάχιστον.

Πρώτον, γιατί η προσδοκία μεγαλώνει την ευχαρίστηση. Τις περισσότερες φορές η ικανοποίηση μιας επιθυμίας μας αφήνει λιγότερο ικανοποιημένους απ’ όσο περιμέναμε. Όχι μόνο επειδή η φαντασία είναι ισχυρότερη από τη γνώση και έτσι μπορούμε να φανταζόμαστε ηδονές (σωματικές ή πνευματικές) κατακλυσμιαίες, οι οποίες καταλήγουν σε ένα χλιαρό «καλά-ήταν-και-μετά;»

Όχι μόνο γι’ αυτό. Κάθε ικανοποίηση, κάθε ευχαρίστηση, κάθε ηδονή, κάποια στιγμή τελειώνει. Τη ζεις, την απολαμβάνεις -«και μετά;»

Δεύτερον, γιατί γράφοντας τόσες σελίδες, τόσες λέξεις, προσπάθησα να κατανοήσω και να μεταδώσω μια αίσθηση που δεν γίνεται να κατανοηθεί, δε γίνεται να μεταδοθεί, παρά μόνο να βιωθεί, από τον καθένα ανεξάρτητα.

Ο μόνος τρόπος για να καταλάβεις απόλυτα αυτή την αίσθηση θα ήταν να ζήσεις μέσα στο όνειρο1-gustav-klimt-medicine-l μου. Ή μπορεί και αυτό να είναι μια αυταπάτη.

Κάποιος μπήτνικ (δε θυμάμαι αν ήταν ο Κέρουακ ή ένας ήρωας του), ήταν βέβαιος πως κάθε φορά που έπαιρνε μπενζαντρίνη καταλάβαινε το νόημα του κόσμου ολόκληρου –μπορεί και ολάκερου. Όμως όταν ξυπνούσε, με το κεφάλι του να πονάει και τα χείλη ξεραμένα, δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα από αυτό.

Ένα βράδυ αποφάσισε να πάρει μπενζαντρίνη και να γράψει το «νόημα» σε ένα τετράδιο… Το επόμενο πρωί ξύπνησε και άνοιξε τρέμοντας το τετράδιο. Εκεί μέσα είχε γράψει μόνο: «Κυριαρχεί μια έντονη μυρωδιά βενζίνης».

Το γεγονός ότι δεν κατάφερε να το γράψει (αν και κανείς δεν μας βεβαιώνει ότι το νόημα του κόσμου δεν είναι άλλο από την επερχόμενη κυριαρχία της φωτιάς), δεν σημαίνει ότι δεν το έζησε.

Δύο αρνήσεις (δεν-δεν) κάνουν μια κατάφαση: Σημαίνει ότι το έζησε. (!)



Για να μην αφαιρεθώ πάλι και αρχίσω να γράφω περί του ονείρου, συνεχίζοντας επ’ άπειρον αυτό τον πρόλογο που έχει αρχίσει να γίνεται πιο παραπλανητικός και από τους καθρέφτες του Μπόρχες, θα μπω με τα μπούνια στο ζουμί του ονείρου, προσέχοντας να μην βρέξω την καινούρια μου γραβάτα.

Όσο παράξενο και να σου φαίνεται ξεκινάω να γράφω για το όνειρο.

Αλλά βλέπω ότι η ώρα έχει περάσει και το μπουκάλι μου άδειασε, οπότε θα πρέπει να συνεχίσω μια άλλη φορά.

Αστειεύομαι.

«Το όνειρο, παρακαλώ. Να σβήσουν τα φώτα.»

Στο όνειρο πρωταγωνιστής ήμουν εγώ, με εκείνον τον παράδοξο τρόπο που υπάρχουμε στα όνειρα πολλές φορές. Χωρίς να είμαστε ο εαυτός μας -αυτός που φέρει το ονοματεπώνυμο μας, περπατάει με τα πόδια μας και χρωστάει το χαράτσι στην εφορία.

Ήμουν «εγώ», αλλά δεν ήμουν εγώ.

Ήμουν ένας άντρας που ζούσε μια ολόκληρη ζωή σε ένα αποικιακό μέρος, κάτι που έμοιαζε με την Νότια Αμερική, όπως αυτή περιγράφεται στα βιβλία του Μαρκές: Φανταστικά ρεαλιστική.

Μεγάλωνα ως παιδί σε κάποιες φυτείες, μετά δούλευα, ερωτευόμουν και παντρευόμουν. Έκανα μια μικρή περιουσία, αλλά χωρίς υπερβολές, όχι σαν τον Αρτέμιο Κρους του Κάρλος Φουέντες.

Και μετά χρεοκοπούσα.

Δεν υπήρχαν πολλές λεπτομέρειες ως εδώ –ή μπορεί να υπήρχαν και να τις ξέχασα.

Μέχρι αυτό το σημείο το όνειρο είχε μια αίσθηση μυθιστορήματος, έτσι όπως θυμάσαι τα μυθιστορήματα μετά από είκοσι χρόνια: Σκόρπιες εικόνες και λέξεις.

Πιο σημαντική ήταν η γενική αίσθηση: Η γλυκιά ματαιότητα της ζωής, η «αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι», χωρίς θλίψη όμως.

Ήταν όπως ξαναδιαβάζεις το αγαπημένο σου βιβλίο ή βλέπεις πάλι μια ταινία που θυμάσαι πως τελειώνει. Χωρίς εκπλήξεις και εκρήξεις, χωρίς έντονα συναισθήματα, αλλά με μια διάχυτη απόλαυση, σαν τον καφέ που πίνεις στο μπαλκόνι σου, ένα ήσυχο Κυριακάτικο πρωινό.

Θυμάμαι μόνο καθαρά να με προσεγγίζει ένας ξάδελφος, για τον οποίο γνώριζα ότι ήταν μεγάλος απατεώνας, και να τον συγχωρώ, να τον αποδέχομαι ή μάλλον να τον κατανοώ.

Αισθανόμουν κάτι παρόμοιο με τον «άσκοπο οίκτο» των βουδιστών μοναχών. Οι άνθρωποι που συναντούσα ήταν ευλογημένοι, χωρίς να το γνωρίζουν –και γι’ αυτό ένιωθαν καταραμένοι.

Ευσπλαχνία για κάθετι ζωντανό.

Σαν ένας μικρός θεός, σαν ένας θεός των μικρών πραγμάτων, τους κοιτούσα και ένιωθα: «Άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι».

Δεν νομίζω ότι μπορώ να περιγράψω επακριβώς εκείνη τη λυτρωτική αίσθηση –σίγουρα όχι σε ένα κείμενο πέντε σελίδων. Ίσως αν έγραφα 540 σελίδες να κατάφερνα να μεταδώσω το ένα εκατοστό της αγαλλίασης εκείνης, όπου δεν υπάρχουν εχθροί και φίλοι, αλλά μόνο συνοδοιπόροι.

Και αν είχα την ποιητική δύναμη ενός Καβάφη θα μπορούσα να το κάνω με λίγους μόνο στίχους… Θα μπορούσα;

Το πιο σημαντικό μέρος του ονείρου είναι το επόμενο.

Κάποια στιγμή, ενώ «εγώ» είμαι μεσήλικας πλέον, ψάχνω για τον μεγάλο μου γιο –στο όνειρο είχα περισσότερα του ενός παιδιά.

«Που είναι ο …», ρωτάω. (Το όνομα του δεν το θυμάμαι. Ίσως να ήταν το δικό μου.)αρχείο λήψης (1)

Μου τον δείχνουν. Απομακρύνεται, διασχίζοντας μια γέφυρα. Ξέρω ότι φεύγει από το πατρικό του, φεύγει από κοντά μου.

Είναι έφηβος, γύρω στα δέκα εφτά, και περπατάει σκεφτικός, ίσως και λίγο θλιμμένος, με κατεβασμένο το κεφάλι.

«Που πάει;» ρωτάω.

«Ψάχνει», μου λένε. (Ποιος είναι αυτός που μου μιλάει;) «Ψάχνει για να βρει αυτό το… Κάτι.»

Εγώ -«εγώ»- χαμογελάω, γιατί γνωρίζω ότι η αναζήτηση του είναι μάταιη.

«Δεν υπάρχει Κάτι», λέω, «δεν το ξέρει; Δεν υπάρχει ένα κάτι. Υπάρχουν πολλά κάτι.»

(Όλη μας η ζωή είναι γεμάτη από τέτοια κάτι… Όταν τα ζούμε, συνήθως δεν τα καταλαβαίνουμε. Τις περισσότερες φορές τα προσπερνάμε. Είναι η φύση τους τέτοια: Αν σταθείς τη στιγμή που ζεις αυτό το κάτι και πεις: «Το ζω…»

Τότε σταματάει να είναι κάτι. Όπως το όνειρο. Αν την ώρα που ονειρεύεσαι σκεφτείς «βλέπω όνειρο», τότε ξυπνάς…

Αλλά αυτές είναι οι σκέψεις που προσπαθούν να εξηγήσουν τα λόγια του ενύπνιου εαυτού μου. Αυτός –«εγώ», δεν είπε τόσα πολλά.)

Δεν έτρεξα να σταματήσω τον ονειρικό μου γιο. Να του πω ότι δεν πρέπει να ψάχνει για εκείνο το ουτοπικό Κάτι. Τον παρακολουθούσα να φεύγει, χωρίς να θλίβομαι, νιώθοντας ευσπλαχνία και γι’ αυτόν, όπως και για όλους τους άλλους.

Καθώς διέσχιζε τη γέφυρα, σήκωσα το χέρι και άγγιξα τα μαλλιά μου που είχαν γίνει γκρίζα πια. Και τότε… ΠΑΦ! Μου ήρθε μια εικόνα: Ένα από τα τετράδια μου.

Να εξηγηθώ. Από την εφηβεία ακόμα συνήθιζα να κρατάω ημερολόγιο. Σε αυτά έγραφα ποιήματα (όταν ακόμα οι ορμόνες δεν με άφηναν να ολοκληρώσω κείμενα μεγαλύτερα των εκατό λέξεων), σκέψεις, διηγήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, προσχεδιάσματα και ιδέες για μυθιστορήματα, ολόκληρες σελίδες από τα βιβλία που είχα διαβάσει και αγάπησα.

Στο τέλος κάθε τετραδίου συνήθως είχα έναν κατάλογο με τα βιβλία που είχα διαβάσει εκείνη την εποχή (αυτά κάνει ο άνθρωπος όταν έχει ελεύθερο χρόνο).

Στο εξώφυλλο και στην πρώτη σελίδα έγραφα κάποιες φράσεις από τα βιβλία που διάβασα, κάποια αποφθέγματα που δεν ήθελα να ξεχάσω.

Βεβαίως και τα ξέχασα. Τα ξέχασα;

Πιστεύω ότι δεν ξεχνάμε τίποτα απ’ όσα μαθαίνουμε, απ’ όσα ακούμε, απ’ όσα ζούμε. Μόνο που δεν μπορούμε να τα ανασύρουμε κατά παραγγελία και κατά βούληση. Μένουν καταγεγραμμένα στους νευρώνες μας, κοιμισμένα και ήσυχα, μέχρι που κάποιο φαινομενικά τυχαίο γεγονός να τα αφυπνίσει.

Η εικόνα που μου ήρθε στον ύπνο ήταν από ένα τετράδιο με πορτοκαλί εξώφυλλο. Αλλά είχε και κάτι γκρίζο.

Μόλις ξύπνησα πήγα στο ντουλάπι που τα φυλάω. Το βρήκα αμέσως. Ήταν το μόνο πορτοκαλί (τώρα το έχω εδώ δίπλα και το ξανακοιτάω για να βεβαιωθώ: Ναι, είναι πορτοκαλί.)

Στο εξώφυλλο διάφορα αποφθέγματα:

«Τίποτα δεν είναι αληθινό. Όλα επιτρέπονται». Μπάροουζ

«Ο μόνος όρος του αγώνα για το δικαίωμα στη δημιουργία είναι η πίστη στην κλίση σου, η ετοιμότητα να υπηρετήσεις και η άρνηση να συμβιβαστείς.» Ταρκόφσκι

«Will my songs remain? I know not, but this i know: That often, when i sang, i found my eternity». Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ

«Εαν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γεγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον.» Απόστολος Παύλος

“Qu’est mon neant, aupres de la stupeur qui vous attend ? » (Τι είναι ο xαμός /εκμηδενισμός μου, μπροστά στην αποχαύνωση που σας περιμένει;) Μποντλέρ, νομίζω.

Όχι! Δεν ήταν αυτά που ανέσυραν την ανάμνηση του πορτοκαλί τετραδίου. Πήγα στην πρώτη σελίδα. Αριστερά μια δική μου σημείωση:




«Τον τελευταίο χρόνο παλεύω με τις λέξεις και δεν ξέρω μήπως στην πραγματικότητα παλεύω με τον εαυτό μου».

Και από κάτω: «Αλαμούτ = Αετοφωλιά… Το απόρθητο φρούριο του Χασανί Σαμπάχ ή Γέρου του Βουνού, ιδρυτή της μωαμεθανικής αίρεσης των Ασσασίνων. Haschishin, αυτός που παίρνει χασίς.»

Ούτε αυτό ήταν. Μήπως το όνειρο με είχε εξαπατήσει;

Τελευταία ευκαιρία: Η δεξιά σελίδα.

Κάτω γράφω: «Μη ουν μεριμνήσητε εις την αύριον, η γαρ αύριον μεριμνήσει εαυτής». Χριστός.

Και πάνω ψηλά….

«Ως που πήραν τα μαλλιά της ένα σιδερί γκρίζο χρώμα, σαν το χρώμα που έχει το ανακατεμένο αλατοπίπερο.» Φώκνερ.

Εύρηκα! Τα γκρίζα μαλλιά του ονειρικού «εγώ» μου.

Με μια ματιά που έριξα στην αποκάτω σημείωση, κατάλαβα τι με είχε τραβήξει στο πορτοκαλί τετράδιο. Όμως δεν θα σου γράψω ακόμα το τελευταίο απόφθεγμα. Όχι πριν τελειώσω το όνειρο.

Δεν σταματάω το κείμενο. Έχει ήδη ξεπεράσει και τις δικές μου υπερβολές –όσον αφορά την έκταση, πόσο μάλλον όσον αφορά τις διαδικτυακές συνήθειες.

Αλλά, όπως είπε και ο Ταρκόφσκι: «…και η άρνηση να συμβιβαστείς».

Θα ολοκληρώσω το «σταυρουδάκι» μου και αν όλοι έχουν απολυθεί μέχρι να τελειώσει… Δεν πειράζει. Άλλωστε για μένα τα φτιάχνω τα σταυρουδάκια μου.

Η επόμενη εικόνα, απευθείας, χωρίς ενδιάμεσες στάσεις, όπως πάντα συμβαίνει στα όνειρα, ίσως και στο θάνατο -και το απέδωσαν σωστά οι Κινηματογραφιστές σε Κρίση, στο «Μεταθανάτια συνέντευξη με έναν Χίτλερ»- ήταν σε μια αίθουσα χορού!

Μια φαντασιακή αίθουσα, όπως αυτές που «βλέπουμε» όταν σκεφτόμαστε το Μπουένος Άιρες του μεσοπολέμου. Ψηλοτάβανη, με πολυέλαιους να επικρέμονται σαν τη Δαμόκλεια Σπάθη, καλογυαλισμένο παρκέ και σερβιτόρους που περιφέρονται με δίσκους γεμάτους Gin Fizz και σαμπάνια.

Ο γκριζομάλλης εαυτός μου είναι εκεί, αλλά τον βλέπω από μακριά, σαν να παρακολουθώ ταινία. Αν αυτό γινόταν στην αληθινή ζωή θα μιλούσαμε για το φαινόμενο της αποπροσωποίησης και θα έπρεπε να επισκεφτώ τον ψυχολόγο μου –το συντομότερο.

Όμως στα όνειρα τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται –αντιγράφοντας τη ρήση του Μπάροουζ από το πορτοκαλί τετράδιο.

Με βλέπω να χορεύω αγκαζέ με μια ξανθιά γυναίκα και μετά… Σταματώ, φέρνω τα χέρια μου στο στήθος, κάνω μια γκριμάτσα σαν να έχω πέντε χρόνια να πάω τουαλέτα προς αφόδευση… Και πεθαίνω. Οι χορευτές μαζεύονται γύρω μου.

Χάρη στην αποπροσωποίηση δεν ένιωσα το θάνατο, παρά μόνο με είδα να πεθαίνω. Το έχω ξαναπεί: Ο εγκέφαλος μας είναι πιο έξυπνος από μας.

Αλλά στην επόμενη εικόνα, στη μεταθανάτια εικόνα, βλέπω με τα μάτια του νεκρού εαυτού μου.

Αναρωτιέσαι τι υπάρχει μετά θάνατον;

Βρισκόμουν μέσα σε ένα σπίτι. Σε ένα σπίτι που έμοιαζε με εκείνο της γιαγιάς μου: Παλιό και πέτρινο. Επικρατούσε μια έντονη μυρωδιά από ημίφως και δροσιά. Μπροστά μου μια ανοικτή πόρτα. Απ’ έξω φως, φως έντονο όπως στις Κυκλάδες τον Αύγουστο.

Περπάτησα προς την πόρτα. Εκεί κρεμόταν μια αραχνοΰφαντη (συγνώμη για την κοινότοπη λέξη, αλλά έτσι ήταν) κουρτίνα. Γαλάζια στο χρώμα τουimages (7) ουρανού. Ο άνεμος την έσπρωχνε προς τα μέσα και κόλλησε για λίγο πάνω μου, καθώς προσπαθούσα να βγω.

Χρειάστηκε να μισοκλείσω τα μάτια, μέχρι να συνηθίσω το κυκλαδίτικο φως.

Έβλεπα έναν κήπο. Ακριβώς απέναντι από την πόρτα ήταν μια ροδακινιά, φορτωμένη ροδάκινα και φρέσκα φύλλα.

Στα σκαλιά, ακριβώς δίπλα στην πόρτα, καθόταν μια γυναίκα και νανούριζε ένα μωρό –ή μπορεί και να το θήλαζε. Έμοιαζε να με περιμένει κι εγώ δεν ξαφνιάστηκα που την είδα.

Ο άνεμος έφερνε τον ήχο κάποιων μουσικών που έπαιζαν στην παραλία. Το ήξερα, ότι έπαιζαν στην παραλία, χωρίς να ξέρω πως.

Ήταν έντεχνη μουσική, κάτι σαν Θανάσης Παπακωνσταντίνου –κι αυτό είναι περίεργο, αφού ελάχιστα τραγούδια του έχω ακούσει.

«Ακούγεται η μουσική», είπα στη γυναίκα.

Δεν της είπα «γεια» ή «τι γίνεται;» ή «που βρίσκομαι; είμαι νεκρός;»

Δεν υπήρχε καμία έκπληξη ούτε νοσταλγία για την πρότερη κατάσταση, σαν τον Πέδρο Πάραμο, όταν βρίσκεται στο χωριό των νεκρών.

«Έτσι είναι στα νησιά», είπε η γυναίκα χαμογελώντας.

Και το όνειρο τέλειωσε…

Δεν ξέρω αν υπάρχει μεταθανάτια ζωή -από μόνο του είναι σχήμα οξύμωρο. Και δεν βιάζομαι να μάθω. Κάποια στιγμή θα συμβεί κι αυτό, είναι το μόνο βέβαιο.

Αλλά σίγουρα θα ήταν πολύ όμορφο αν πεθαίναμε χορεύοντας -και μετά ξυπνούσαμε σε ένα κυκλαδίτικο νησί, όπου η μουσική θα συνεχιζόταν και οι γυναίκες θα ταχτάριζαν τα μωρά τους σε χωριάτικες αυλές, όλο ροδάκινα, ήλιο και μελτέμια.

Μέχρι τότε έχουμε κάτι άλλο να κάνουμε. Αυτό που ανακάλυψα στο πορτοκαλί τετράδιο. Τη σκέψη με την οποία θα τελειώσω αυτήν την απεραντολογία του νοήματος της ζωής, που ίσως να σε ευχαρίστησε, ίσως και να σε κούρασε. Ούτως ή άλλως σε ευχαριστώ για την υπομονή σου.

«Κανένας δεν μπορεί να κτίσει για λογαριασμό σου το γεφύρι, απ’ όπου χρωστάς να περάσεις το ρεύμα της ζωής. Κανένας εκτός από σένα τον ίδιο.

Υπάρχουν, βέβαια, μονοπάτια άπειρα, και γεφύρια, και ημίθεοι πρόθυμοι να σε περάσουν. Μα θα ζητήσουν για πληρωμή τον ίδιο σου τον εαυτό.

Στον κόσμο ένας μόνο δρόμος υπάρχει, κι αυτόν κανένας άλλος δεν μπορεί να τον βαδίσει, παρά μόνο εσύ.»


Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ
Γελωτοποιός
Reactions:

0 comments:

Post a Comment

Social Profiles

Twitter Facebook Google Plus LinkedIn RSS Feed Email Pinterest

Blog Archive

Powered by Blogger.

Text

Telling Stories, Telling Life

Followers

Favorite Video

Loading...

Words Translation Agency

Words Translation Agency
Words Translation Agency

Pages

Copyright © Μικρές Ιστορίες | Powered by Blogger
Design by Lizard Themes | Blogger Theme by Lasantha - PremiumBloggerTemplates.com