Aug 24, 2017

Paulo Coelho: Υπάρχει πάντα ένα άτομο που περιμένει ένα άλλο…


Στον κόσμο αυτό υπάρχει πάντα ένα άτομο που περιμένει ένα άλλο,
είτε στη μέση μιας ερήμου, είτε στη μέση μιας μεγάλης πόλης
Κι όταν οι δύο αυτοί άνθρωποι διασταυρώνονται και οι ματιές τους σμίγουν,
το παρελθόν και το μέλλον χάνουν τη σημασία τους
και το μόνο πράγμα που υπάρχει είναι εκείνη η στιγμή,
μαζί με την απίστευτη βεβαιότητα ότι τα πάντα
κάτω από τον ήλιο είναι γραμμένα από το ίδιο Χέρι,
το Χέρι που αφυπνίζει την Αγάπη…


Paulo Coelho

anapnoes
Read More

Aug 22, 2017

Εραστές των ονείρων

Τη νύχτα ζει ο έρωτας.

Στα σκοτεινά δωμάτια των μοναχικών εραστών που μυρίζουν καπνό και αλκοόλ.

Παράθυρα και φώτα κλειστά, καρδιές αναμμένες, μάτια βουρκωμένα. Και λίγο ψέμα για να ζουν.

Μέσα στα όνειρα ζουν οι εραστές. Στα όνειρα τυλίγονται οι ψυχές τους και νιώθουν.

Αισθάνονται αυτά που οι θνητοί δεν μπορούν. Γιατί γίνονται μικροί θεοί και μπαίνουν ο ένας στο μυαλό του άλλου για να συναντηθούν κάπου στη μέση. Μέσα στο όνειρο.

Δυο ψυχές χαμένες στο όνειρο. Χαμένες αλλά μαζί. Γιατί τη μέρα δε ζουν. Κλαίνε και περιμένουν τον επόμενο ύπνο.

Το σώμα ιδρώνει, τα χείλη στάζουν αλμύρα και τα μάτια δακρύζουν.

Φαντάσματα που δραπετεύουν το βράδυ. Γίνονται ένα και σβήνουν μόλις το όνειρο χαθεί.

Μην κλαις. Σε μια άλλη ζωή θα 'μαστε για πάντα μαζί.

Πάρε βαθιές ανάσες. Τώρα κάνει κρύο μα στον παράδεισο θα είναι ζεστά.

Ξύπνα. Μη φοβάσαι. Οι εραστές των ονείρων δεν πεθαίνουν ποτέ.





Read More

Aug 18, 2017

Τάσος Λειβαδίτης: "Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου έζησα όλη τη ζωή"

Συγχώρα με, αγάπη μου – ερωτικό ποίημα Τάσος Λειβαδίτης


Ήξερες να δίνεσαι αγάπη μου…
Δινόσουνα ολάκερη
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια
αν ολάκερη έχεις δοθεί…
Όλα μπορούσανε να γίνουνε
στον κόσμο αγάπη μου
τότε που μου χαμογελούσες…
Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωη μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρα μου
αγαπημένη μου…
Μα και τι να πει κανείς…
Όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός
και τα μάτια σου τόσο μεγάλα..
Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου
έζησα όλη τη ζωή…
Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα
και τότε όλα τα βράδια
κι όλα τα τραγούδια θάναι δικά μας…
Θάθελα να φωνάξω τ’ονομά σου,αγάπη,
μ’ όλη μου τη δύναμη…
Να το φωνάξω τόσο δυνατά
που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο,
καμιά ελπίδα να μη πεθάνει…
Θε μου πόσο ήταν όμορφη
σαν ένα φωτισμένο δέντρο
μια παλιά νύχτα των Χριστουγέννων
Συχώρα με, αγάπη μου,
που ζούσα πριν να σε γνωρίσω…
Μισώ τα μάτια μου,
που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελό σου..
Θα σ’ ακούω σαν τον τυφλό που κλαίει,
ακούγοντας μακριά τη βουή μιας μεγάλης γιορτής
σ’ αναζητάω σαν τον τυφλό,
που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας
σ’ενα σπίτι που’ πιασε φωτιά,
α, για να γεννηθείς εσύ
κι εγώ για να σε συναντήσω
γι αυτό έγινε ο κόσμος…
Κι εσύ, αγαπημένη, όταν με διώχνεις,
κλείνεις έξω απ’ την πόρτα σου
έναν ολάκερο πικραμένο κόσμο..
Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον,
είμαστε κιόλας νεκροί…
Αν βρουν έναν άνθρωπο νεκρό
έξω απ’ την πόρτα σου,
εσύ θα ξέρεις,
πως πέθανε σφαγμένος
απ’ τα μαχαίρια του φιλιού,
που ονειρευότανε για σένα…
Ποδοπάτησε με,
να έχω τουλάχιστον την ευτυχία
να μ’αγγίζεις…


Read More

Oscar Wilde: "Tόσο μεγάλη αγάπη κάνει την αγάπη μου βουβή"

Η σιωπή του έρωτα – ποίημα του Όσκαρ Γουάιλντ 

Έτσι όπως συχνά ο ήλιος με την εντυπωσιακή του λάμψη
διώχνει το θαμπό φεγγάρι, όσο και αν αντιστέκεται
στη σκοτεινή σπηλιά του, χωρίς να ακούσει
ούτε ένα τραγουδι από το αηδόνι
έτσι η ομορφιά σου μου σφραγίζει τα χείλη
και κάνει παράφωνα για μένα τα πιο όμορφα τραγούδια

Κι όπως την αυγή πάνω από τα λιβάδια
περνά ο άνεμος με τα ορμητικά του φτερά
και σπάει τα καλάμια με τα δυνατά φιλιά του
που αυτά μόνο, μπορούν να γίνουν όργανα τραγουδιού
έτσι τα ορμητικά μου πάθη, παραδέρνουν συνέχεια μέσα μου
και η τόσο μεγάλη αγάπη κάνει την αγάπη μου βουβή

Όμως τα μάτια μου σου έδειξαν εσένα
γιατί είμαι σιωπηλός και η λύρα μου ακούρδιστη
πριν γίνει ο χωρισμός μας μοιραίος
και πριν μας αναγκάσει να φύγουμε
εσύ για άλλα χείλη που τραγουδούν με αρμονία
κι εγώ εδώ να αναπολώ μάταια
φιλιά που δεν έδωσα, τραγούδια που δεν είπα.


As oftentimes the too resplendent sun
Hurries the pallid and reluctant moon
Back to her sombre cave, ere she hath won
A single ballad from the nightingale,
So doth thy Beauty make my lips to fail,
And all my sweetest singing out of tune.

And as at dawn across the level mead
On wings impetuous some wind will come,
And with its too harsh kisses break the reed
Which was its only instrument of song,
So my too stormy passions work me wrong,
And for excess of Love my Love is dumb.

But surely unto Thee mine eyes did show
Why I am silent, and my lute unstrung;
Else it were better we should part, and go,
Thou to some lips of sweeter melody,
And I to nurse the barren memory
Of unkissed kisses, and songs never sung.
Read More

Ελένη Μαυρογονάτου: "Φυσάει απόψε περασμένους έρωτες"

Το ποίημα που θα διαβάσετε παρακάτω ανήκει στην συλλογή Φυσάει απόψε περασμένους έρωτες της Ελένης Μαυρογονάτου.

Να βιαστώ να ξεκουμπώσω
το πουκάμισό σου,
να φιλήσω το πρόσωπό σου,
ν’ αγγίξω το σώμα σου.
Να βιαστώ να σ’ αγαπήσω
καταχωρώντας σε
στο μητρώο των άστρων.
Κι αύριο,
σαν ξημερώσει,
να σε κάνω ποίημα.

Θέλω τον έρωτά σου
στο χρόνο του τον ενεστώτα,
οριστικό και αμετάκλητο,
δίχως υποτακτικές υπεκφυγές,
αμφίβολους αορίστους
και μέλλοντος κατ’ εξακολούθηση.
Θέλω τον έρωτά σου
μικρή παθητική
μετοχή,
παραδομένο
εξαρτημένο
θυμωμένο,
να μεταγγίζεσαι ολάκερη
ως τον τελευταίο σπασμό
και να σου γνέφω
κι άλλο.
Θέλω τον έρωτά σου
εξουσία κι επανάσταση.



Read More

Κατινα Παϊζη: "Πόσο πολύ σ’ αγάπησα ποτέ δε θα το μάθεις"

Αυτό το ερωτικό ποίημα, με τίτλο Πόσο πολύ σ’αγάπησα είναι μάλλον μια ιδιαίτερη περίπτωση… αν ξεκινήσετε να διαβάζετε τους στίχους θα σας έρθει μια μελωδία και ένα τραγούδι στο μυαλό… όχι δεν κάνετε λάθος είναι ένα πολύ πολύ διάσημο τραγούδι, πολύ τρυφερό αλλά και λυπητερό, το τραγούδι Αγάπη από το Χρήστο Θηβαίο που ακούστηκε στους τίτλους της σειράς «Μεγάλος Θυμός».

Το τραγούδι Αγάπη βασίστηκε σε αυτό εδώ το ποίημα της Κατίνας Παϊζη.

Πόσο πολύ σ’ αγάπησα ποτέ δε θα το μάθεις
καλέ που δεν εχάρηκες στα χείλη μου φιλιά.
Απ’ τη ζωή μου επέρασες κι αλάργεψες κι εχάθης
καθώς τα διαβατάρικα κι αγύριστα πουλιά.

Τα χέρια μου δεν έδεσα τριγύρω στο λαιμό σου.
Δεν έσταξε απ’ τα μάτια μου το δάκρυ μου θολό.
Κουνούσα το μαντίλι μου αλαφρά στο μισεμό σου
και σιωπηλά σου ευχότανε η ψυχή μου στο καλό.

Δεν είδες το τρεμούλιασμα των κουρασμένων μου ώμων.
Δε μάντεψες τη θύελλα που εκλειούσα στην ψυχή.
Μήτε πως ήμουν σύντροφος των μακρινών σου δρόμων
κι όλη μου η σκέψη ανέκφραστη σ’ άγγιζε προσευχή.

Κι αν ήρθαν μέρες πένθιμες και νύχτες θολωμένες,
που η μοναξιά με τρόμαζε και μου ?παιρνε το νου,
τώρα κρατώ στη θύμηση στιγμές ευτυχισμένες
κάποιου καιρού αλησμόνητου ωραίου κι αληθινού.

Κι αν δεν προσμένεις να με δεις κι εγώ πως θα ξανάρθεις,
ω εσύ, του πρώτου ονείρου μου γλυκύτατη πνοή,
αιώνια θα το τραγουδώ κι εσύ δε θα το μάθεις
πως οι στιγμές που μου ?δωσες αξίζουν μια ζωή.

eros-erotas.gr
Read More

Aug 17, 2017

Να μου μιλάς, να ηρεμείς τις σκέψεις μου

Περίπλοκο όργανο ο ανθρώπινος εγκέφαλος. Και γίνεται ακόμη πιο περίπλοκος όταν ερωτευτεί. Τρέχουν, η μία σκέψη μετά την άλλη, μπερδεύεται και μπερδεύει, τα συναισθήματα γίνονται μαλλιά κουβάρια και μία μεγάλη εσωτερική μάχη ξεκινά. Ειδικά όταν ο έρωτας γεννηθεί μέσα μας σε λάθος χρόνο και τόπο ή για τον λάθος άνθρωπο κι όταν συνεχώς υπάρχουν παρεμβολές από τρίτους.


Είναι σκληρός ο έρωτας πολλές φορές και το μυαλό δεν αντέχει. Δεν έρχεται πάντα φορώντας τα ωραία του, για να του κεράσουμε καφέ και στο τέλος να καταλήξει στο κρεβάτι μας για να μείνει μέχρι το άλλο πρώι. Κάποτε έρχεται, ντυμένος στρατιώτης, έτοιμος για μάχη, έτοιμος να μας λαβώσει.

Όταν το μυαλό ερωτευτεί, σαλτάρει και υποπίπτει στο ένα λάθος μετά το άλλο. Είναι πολλή το αίσθημα για να μπορεί να το ελέγξει. Έτσι, ξυπνάνε μικροπρεπή αισθήματα όπως αυτά της ζήλιας, της αμφιβολίας, του εγωισμού και της κτητικότητας. Και άντε να τα πολεμήσεις. Μόνο σου δεν μπορείς. Πρέπει να είστε δύο και πρέπει να είστε στο ίδιο στρατοπέδο να παλεύετε με τους έξω, αντί αναμεταξύ σας. 

Πρέπει ο άνθρωπός σου να μπορεί να σβήνει, χωρίς καν να το προσπαθεί ιδιαίτερα, κάθε αρνητική σκέψη που μπορεί να περνάει από το μυαλό σου. Να σβήνει κάθε αμφιβολία και φόβο μ' ένα φιλί ή με μια κουβέντα. Αυτός ο άνθρωπος που έχει αυτή τη δυναμη πάνω σου, είναι αυτός που πραγματικά αγαπάς. 

Γι' αυτό κι εγώ σου ζητώ να μου μιλάς. Να μου μιλάς για να ηρεμείς τις σκέψεις μου. Νομίζεις ότι είμαι δυνατή, ότι αντέχω τις ώρες που είμαι μακρία σου, ότι όλα τα ξέρω για σένα και για μας. Ακόμη κι αυτά που για σένα εννοούνται, εγώ θέλω να τ' ακούω. Θέλω να μου μιλάς για μας και για αόριστα πράγματα για ώρες πολλές. Μέχρι η νύχτα ν' αρχίσει να χάνεται με το πρώτο φως του ήλιου. Μόνο έτσι μένω στο φως, μόνο έτσι αντέχω. 

Γιατί στο μυαλό μου επικρατεί χάος και σκοτάδι, όταν δεν ηχεί στ' αυτιά σου η φωνή μου. Όταν δεν πέρνω σε μήνυμα το πρώτο σου "καλημέρα" ή την τελευταία σου "καληνύχτα". Όλο νομίζω ότι σε χάνω κι όλο χάνομαι. Τόσο ανασφαλής είμαι όταν λείπεις και τόσες είναι οι πληγές μου που με τις σιωπές σου, ανοίγουν ξανά κι αιμορραγούν.

Τον έρωτα πρέπει να τον λες. Πρέπει να τον πράττεις. Δε χρειάζεται να κάνεις πολλά. Το νιώθω ότι εισαι για μένα κι εγώ για σένα. Όμως, το μυαλό θολώνει. Φοβάται και σαλτάρει. Πανικοβάλλεται και μόνο στη σκέψη ότι μπορεί να προδοθεί και να χάσει. Ζητάει επιβεβαιώση. 

Αν κουράζεσαι να μου μιλάς, αν κουράζεσαι να μ' ακούς, τότε το μυαλό θα συνηθίσει στη σιωπή κι ύστερα θα συνηθίσει στην απουσία σου και στο τέλος θα ψάχνει χαμένο και μόνο κάποιον που να θέλει να τον ακούσει. 

Έτσι χάνονται οι έρωτες. Μέσα στα ανείπωτα και μέσα στις σιωπές. Mέσα σε όλα όσα θεωρούσαμε ότι εννοούνται και δεν είπαμε ποτέ ή δεν κάναμε πράξεις. Έτσι θα χαθούμε κι εμείς σιγά σιγά, δημιουργώντας άθελά μας μία συναισθηματική απόσταση που θα δημιουργεί η τριβή του χρόνου, η καθημερινότητα και οι τρίτοι που θέλουν αυτό που έχουμε. 

Γι' αυτό σου λέω να μου μιλάς. Να μου μιλάς τις νύχτες όταν στο κρεβάτι θα με κρατάς αγκαλιά. Να μου μιλάς στις βόλτες μας, στον καφέ μας και στο δείπνο μας. Τίποτα δεν εννοείται. Η αγάπη δεν εννοείται. Η αγάπη υπάρχει μόνο όταν λέγεται και γίνεται πράξη. 

Μίλα μου και θα δεις ότι ο χρόνος θα γίνεται φίλος και όχι εχθρός μας. Μίλα μου, κι ο κόσμος κι όλα αυτά που μας γεννούν αμφιβολίες και μας απομακρύνουν, θα πεθαίνουν μπροστά στην ασπίδα μας. 

Μίλα μου για να σκοτώσεις κάθε αρνητική σκέψη που γεννούν οι φοβίες μου και θα δεις ότι θα γίνω η καλύτερη σου φίλη κι η καλύτερη σου ερωμένη.

Μίλα μου...
Read More

Aug 15, 2017

Άγνωστα έργα του Kurt Cobain (Nirvana)

Τον Ιούνιο ανακοινώθηκε ότι μια σειρά από έργα ζωγραφικής του Kurt Cobain, μαζί με επιλεγμένα σημειωματάρια του, θα παρουσιαστούν στο Σιάτλ. Τα περισσότερα από αυτά ήταν άγνωστα στο ευρύ κοινό και έμειναν στην αποθήκη μέχρι το θάνατό του, το 1994.


Το UTA Artist Space φιλοξένησε τα έργα του Cobain τα οποία χρονολογούνται από την εποχή που ο τραγουδιστής των Nirvana πήγαινε στο γυμνάσιο. Μάλιστα, μπορούν να παραλληλιστούν με τη σκοτεινή και την οδυνηρή φύση των κομματιών του.  Τα έργα του Cobain αποδεικνύουν τη δημιουργικότητά του αλλά και τις προσπάθειές του να εκφράσει τους εσωτερικούς αγώνες του, όπως η κατάθλιψη και η εξάρτηση από την ηρωίνη.


«Οι πίνακες του Cobain, παρόλο που δεν είναι ακόμα τόσο γνωστοί όσο η μουσική του, δίνουν μια εικόνα των βιωμάτων του καλλιτέχνη η οποία μαζί με την μουσική κληρονομιά του, παρουσιάζουν την ιστορία της νεολαίας των ’90s», αναφέρει ο οδηγός της έκθεσης.


Η UTA εδώ και πολύ καιρό εκπροσωπούσε τη χήρα του Kurt Cobain, Courtney Love και πέρυσι κέρδισε εκπροσώπηση της περιουσίας του, λέγοντας ότι «θα πέσει άπλετο φως στο έργο του, που δε γνωρίζουν ακόμη και φανατικοί οπαδοί του».


«Ο Kurt Cobain ήταν ίσως ο πιο iconic μουσικός της γενιάς του, αλλά η δουλειά του ως εικαστικός συχνά παραβλέπεται. Αυτοί οι πίνακες παρέχουν την ευκαιρία να τον δουν, υπό νέο πρίσμα», δήλωσε στο Dazed Digital ο Josh Roth, επικεφαλής της UTA Fine Arts.




http://el.ozonweb.com

Read More

Δε σε γουστάρω Αύγουστε

Δεν  σε  συμπάθησα  ποτέ  και το ξέρεις. Κάθε χρόνο άλλωστε δε διστάζω, και κόντρα  στο  ρεύμα,  να  τάσσομαι αναφανδόν εναντίον σου, σε συζητήσεις και στιχομυθίες  που εμπεριέχουν το όνομά σου και εξυμνούν τις χάρες σου.


Τι κι αν  γράφτηκαν  μέχρι  και τραγούδια για τα ωραία σου μάτια, έχω φυλαγμένους μέσα  μου αναρίθμητους λόγους για να σε κακοχαρακτηρίζω και να σε “δικάζω”. Τι κι αν το όνομά σου απονεμήθηκε πολλάκις στη Ρωμαιοβυζαντινή αυτοκρατορία, ως υπέρτατος τίτλος τιμής σε διάφορους  αυτοκράτορες, καθιστώντας  τους  κατ’  αυτόν  τον τρόπο μεγαλοπρεπείς και επιφανείς (όπως μαρτυρά και η λατινική ετυμολογία του), και πάλι δεν “ψαρώνω”.

Που ‘σαι Αύγουστε; Σε σένα μιλάω. Και μη στρουθοκαμηλίζεις κάνοντας πως δεν με  ακούς. Κατανοώ το γεγονός ότι έχεις συνηθίσει αιώνες τώρα σε ύμνους και κομπλιμέντα,  αλλά  σήμερα  θα  με  αφουγκραστείς.  Και ας ανήκω στην ισχνή μειοψηφία   των   πολέμιών  σου,  με  κίνδυνο  να  χαρακτηριστώ  αιρετικός, εκκεντρικός,  δογματικός  ή  ακόμα  και γραφικός κρίνοντάς σε. Είναι γνωστό τοις  πάσι   ότι  στο  άκουσμα του ονόματος σου ο περισσότερος κόσμος πίνει νεράκι  και χαμογελά, μιας και φέρεις, ατυχώς για μένα, τον τίτλο του ιερού Δισκοπότηρου  των  κόπων  και  του ιδρώτα μιας ολόκληρης χρονιάς, και έχεις αναγορευθεί  σε  επίτιμο  πουλέν των απανταχού ταξιδιωτών (και ταξιδιωτικών πρακτόρων θα προσθέσω εγώ…).

«Θα στο κάνω πενηνταράκια» που λέει και ο φίλος μου ο Πανούτσος, παίρνοντας τα  πράγματα  με  τη σειρά. Από μικρό παιδί ήσουν ο χειρότερος μου μήνας. Η πρώτη σοβαρή ενασχόλησή μου μαζί σου, απογοητευτική και άκρως εκνευριστική. Θυμάμαι  τη  μάνα μου, να προσπαθεί με τη γνωστή ιώβειό υπομονή της, να μου μάθει  πόσες μέρες έχει κάθε μήνας, κι εμένα με το αντιδραστικό παιδικό μου μυαλουδάκι,  να  μη μπορώ να διανοηθώ, γιατί εσύ χαλάς την άρτια αλληλουχία 31-30-31-30  που  είχαν  οι  υπόλοιποι  μήνες  μεταξύ  τους. Το κόλπο με τη «γροθιά  και  το  κοκαλάκι»  της κυρίας Γεωργίας με καθησύχασε λίγο, αλλά η ζημιά είχε γίνει και το γυαλί μεταξύ μας είχε ραγίσει…

Μιλώντας  για  τα  μαθητικά χρόνια που ακολούθησαν μέχρι και την ενηλικίωση μου  “αγαπητέ”  Αύγουστε,  ήσουν  πάντα για μένα αυτό που η λαϊκή ρήση τόσο στωικά και εύστοχα περιγράφει: «η άκρια του χειμώνα». Ο ερχομός σου σήμαινε και  το  γκρέμισμα  των  παιδικών  μου  ονείρων  για ατελείωτο παιχνίδι και ταξίδια  μαγικά.  Σαν το σαδιστικό πρωινό ξυπνητήρι και συ, μου υπενθύμιζες ότι  τα ψέματα οσονούπω θα τελειώσουν και ότι κάθε κατεργάρης θα επιστρέψει σύντομα  στον  –σχολικό – του πάγκο. Το επιχείρημα ότι κακώς δεν απολάμβανα τριανταμία ακόμη μέρες ξεκούρασης και ανεμελιάς απορρίπτεται εκ προοιμίου, διότι  στη  ζωή μου δεν είδα ποτέ άνθρωπο να μετρά αντίστροφα για κάτι, και να είναι χαλαρός ή να το απολαμβάνει. Το countdown για οτιδήποτε είναι από τη  φύση του ιδιαίτερα στρεσογόνο και ισοπεδωτικά ψυχοφθόρο, φίλτατε, κι ας προηγείσαι  103-101 της Σοβιετικής Ένωσης και απέχεις κάποια λίγα δεύτερα από την κατάκτηση της κορυφής… Κι αν εσύ λες ότι βλέπω το ποτήρι μισοάδειο, εγώ σου απαντώ απλούστατα ότι είμαι ρεαλιστής.

Δεν  με  συγκίνησαν και δεν με παραπλάνησαν ποτέ, ούτε τα ολόγιομα φεγγάρια σου,  μήτε  η  πλασματική, σχεδόν κίβδηλη εικόνα που έδινες στην  αγαπημένη μου Χίο, άμα της αφίξεως σου κάθε χρόνο. Ένα μέρος ήσυχο, ειρηνικό, όμορφο, ευλογημένο   που   βίαια  μετέτρεπες  σε  American  Βar  (ας  αρκεστώ  στην εμπνευσμένη  ατάκα  του  μακαρίτη  του  Παπαγιαννόπουλου  για  να  μη  γίνω χυδαίος…),  χαρίζοντας  μας για λίγο την ψευδαίσθηση ότι την περνάμε μπέικα στο  επίπλαστα  κοσμοπολίτικο,  σαρδελοποιημένο και κατ’ επίφαση κέντρο της γης-νησί  μας.  Κατόπιν  βέβαια πήδαγες με συνέπεια από το καράβι πριν αυτό βρει  σε ξέρα, βυθίζοντάς μας  στην ακριτική μοναξιά, τα προβλήματα και τις φοβίες μας, δίχως να απολογηθείς ποτέ και σε κανέναν.


Ντεκλαρέ  και μπεσαλής δεν υπήρξες ποτέ. Φόραγες και φοράς μόνιμα το μανδύα της  ξεγνοιασιάς,  αποκρύπτοντάς μας τα χειρότερα που περιμένουν στη γωνία. Σχολεία,  φροντιστήρια  και  εξεταστικές  για την πιτσιρικάδα, συσσωρευμένη δουλειά, πακτωλός υποχρεώσεων και “μεσοπρόθεσμων” φοροεκκρεμοτήτων για τους πρεσβυτέρους.  Η αύρα σου είναι τόσο αποχαυνωτική για τον έρμο τον εγκέφαλό μας,  που  στις  μέρες  σου  πληρώνουμε  με  περισσή προθυμία περί των δέκα ευρόπουλων  για μια θέση στον ήλιο (λέγε με ξαπλώστρα) και επιτρέπουμε στον κάθε  μπαταξή  λοποδυτάκο  έμπορο  και  ξενοδόχο  να αγγίζει, στην καλύτερη περίπτωση,  τον δύσμοιρο πισινό μας, προσπορίζοντας άφθονο χρήμα, πουλώντας μας  πορδές  για να βάψουμε τα αυγουστιάτικά μας διακοποαυγά. Και για να σε προλάβω πάλι, δεν παραγνωρίζω και δεν υποβαθμίζω τις ευεργετικές επιδράσεις των  καλοκαιρινών  αποδράσεων  από την καθημερινότητα στην ψυχοσωματική μας ευεξία, ούτε αναθεματίζω σε καμία περίπτωση τις διακοπές συλλήβδην. Χλευάζω όμως τις διακοπές μαζί σου και κατά τη διάρκειά σου.

Θα  αφήσω  στην άκρη την κουραστική και ψυχοφθόρα προσμονή σου καθώς και το βάρβαρο  πέρασμά  σου  από  τη  ζωή  μου κάθε χρόνο και θα αλλάξω άρδην την ατμόσφαιρα, κάμπτοντας τα όποια επιχειρήματα σου έχουν απομείνει. Θα μιλήσω για  το πιο σημαντικό γνώρισμά σου με ξεχωριστή σημειολογία για τον καθένα, αλλά  με  κοινή κατάληξη πάντοτε. Είναι κάτι που δε σου συγχώρεσα ποτέ. Στο λεξικό του μυαλού μου, στο λήμμα «αποχωρισμός» ποζάρει ως συνώνυμο το όνομά σου. Σε έχω συνδυάσει με άσχημα, ενοχλητικά και επίπονα «αντίο», με πρόσωπα σκυθρωπά,  μάτια  κατακόκκινα,  ποτισμένα  με  δάκρυα  και  φαρμάκι, και με αγκαλιές.   Δύσκολες   αγκαλιές.   Αυγουστιάτικες   αγκαλιές   αποχωρισμού, ανατριχιάζω  που  το  γράφω, που χάνεσαι μέσα τους στιγμιαία και εκλιπαρείς κάποια ανώτερη δύναμη να κάνει να παγώσει ο χρόνος, ώστε να μην ακολουθήσει το  μοιραίο. Και το μοιραίο πάντα ερχόταν και στο ημερολόγιο μου πάντα ήταν Αύγουστος…

Υ.Γ.:  Στο  άτυπο αυτό «Κατηγορώ» εναντίον σου, οφείλω να σου αναγνωρίσω τρία ελαφρυντικά ρε μπαγάσα. Το μεθυστικό σταφύλι σου, το ομώνυμο τραγούδι του Παπάζογλου και  τη δεύτερη μέρα σου, όταν η άφιξη της κορούλας μου, άλλαξε για  πάντα τη ζωή μου…



  ~ Ο Αλέξης Πολίτης είναι ιατρός του Ε.Τ.Α.Α. στη Λάρισα και σύντομα θα ξεκινήσει την ειδίκευσή του στην πνευμονολογία – φυματιολογία.

     Πηγή: aixmi.gr
Read More

Aug 14, 2017

Θέλει βουτιά ο έρωτας

Ο έρωτας, όπως και το ψάρι, στα ρηχά πεθαίνουν.

Ο έρωτας καρδιά μου, στο ‘χω ξαναπεί, θέλει βουτιά στα βαθιά. Θέλει να παίρνεις μεγάλες ανάσες και να βουτάς στο βυθό αψηφώντας τους κινδύνους. Θέλει μπόλικο συναίσθημα, ρίσκο και αυθορμητισμό.


Κανένας έρωτας δεν επιβίωσε ρίχνοντας μόνιμη άγκυρα σε ασφαλές λιμάνι. Καμιά ζωή δεν έγινε ευτυχισμένη, μένοντας στάσιμη και βάζοντας φραγμούς στο συναίσθημα. Η ζωή θέλει να είναι πλατιά κι ανοιχτή όπως και η θάλασσα. Θέλει να την εξερευνάς και να την νιώθεις στο πετσί σου. Να μην τη φοβάσαι αλλά και να μην την υποτιμάς.

Η ζωή θέλει έρωτα γιατί ο έρωτας είναι η ίδια η ζωή. Είναι η ρίζα της αλλά και ο πιο νόστιμος καρπός της. Κι ο έρωτας ζει στα πιο βαθιά νερά. Εκεί που σε περιμένω για χρόνια, κουρασμένη και μόνη.

Και πες μου, μάτια μου, πώς θα συναντηθούμε, αν εγώ βουτάω συνεχώς στα βαθιά κι εσύ μένεις πάντα στην επιφάνεια; Δεν ξέρω ν’ αγαπώ στα ρηχά, δεν ξέρεις ν’ αγαπάς στα βαθιά, γι’ αυτό και οι ζωές μας ενώνονται για λίγο και χάνονται συνεχώς.

Απλώνω το χέρι να σε πιάσω μα τα κύματα σε διώχνουν μακριά μου. Σηκώνω προς τα πάνω το βλέμμα να σε βρω, μα το φως του ήλιου με τυφλώνει. Και τα κύματα είναι ψηλά κι ο ήλιος δυνατός, πώς να τα νικήσω; Δε σε φτάνω.


Γι’ αυτό έλα να με βρεις πριν να ‘ναι αργά. Κάνε τη βουτιά και σώσε με, γιατί έχω αρχίσει να πνίγομαι…
Read More

Παιχνίδι είναι ο έρωτας και εσύ δεν το έμαθες ακόμη

Η ζωή δεν μαθαίνεται από δεύτερο χέρι..

Δεν είναι μια κυρία που φτάνει μόνο να στη συστήσουν

με όλους τους κανόνες της ευγένειας κι εσύ

να χαμογελάς,.. να κάμεις ελαφρά υπόκλιση και

να πεις χαίρω πολύ…

Ζήσε για να μάθεις…

Πάρε τα ρίσκα σου..

Μη φοβάσαι…

Δεν ειναι πιά η ζωή μου μια πορεία στην έρημο…

ξαφνικά η έρημος γέμισε κόκκινα τριαντάφυλλα…

ξαφνικά οι μέρες μου γέμισαν ήλιο…

ξαφνικά οι νύχτες μου γέμισαν δίδυμα φεγγάρια….!!!!

Γιια κοίτα, φίλε μου, πώς γυρίζει ο τροχός!!!!

Δε χάθηκε ο ήλιος… στο σκούρο σύννεφο κρύφτηκε…

περίμενε λίγο… όλα θα αλλάξουν

Δε σου κράτησα ποτέ κακία. Παράπονο μόνο…

Να ήξερες πόσες νύχτες προσπαθούσα με τη σκέψη μου να επικοινωνήσω μαζί σου…

Να σου στείλω ένα μήνυμα… Κι εσύ δεν άκουγες…

Ξέρεις, ο πονεμένος αποζητά τον ίσκιο ενός ανθρώπου,

για να καθήσει από κάτω, να κουρνιάσει και να κλάψει με την ησυχία του.

Ο πόνος θέλει μια σκέψη.

Ένα καταφύγιο για να καταλαγιάσει. Όταν δεν υπάρχει τίποτα γίνεται πιο σκληρός.

Πιο κοφτερός. Σε παίρνει το κατόπι κι όπου σε βρει σε μαχαιρώνει,

ώσπου να σε ρημάξει…

Μόνο οι πολύ δυνατοί, οι πολύ οχυρωμένοι τα βγάζουν πέρα.

Κι εγώ δεν ήμουν ποτέ τόσο δυνατή.

Και καθόλου οχυρωμένη.

Εσύ ήσουν πάντα ένας καλός καραβοκύρης.

Είχες πυξίδα…

Κρατούσες την ρότα σου σταθερή..

Άραξες το σκέφος σου σε απάνεμο λιμάνι..

Εγώ το δικό μου το βούλιαξα…

Ναυάγησα…

Ήρθα εδώ γιατί με πέταξαν τα κύματα…

Ταξίδευα σ’ ένα άγνωστο πέλαγος κι είχα τ’ αυτιά μου ανοιχτά μόνο για τις σειρήνες..

Όπου μου λεγαν πήγαινα…

να παιχνίδι είναι ο έρωτας και εσύ δεν το έμαθες ακόμη…


Τι λες πως είναι η ζωή;

Ένα λουλούδι, μια δροσιά, ένα τραγούδι!

Μη με κοιτάς… θέλει βουτιά ο έρωτας…

«Κι αν θες να ξέρεις, δεν υπάρχουν ούτε τόσο καλοί, ούτε τόσο κακοί. Όλοι είμαστε λίγο απ’ όλα. Ανάλογα με το τοπίο, αλλάζουμε μορφή. Κάπως σαν τους χαμαιλέοντες.»

«Τι παλιόκαιρος σήμερα… Βρέχει από το πρωί. Δεν ξέρω γιατί, αλλά η νοσταλγία έχει το άρωμα της βροχής…»

Aλκυόνη Παπαδάκη
Read More

Aug 10, 2017

Τϊτος Πατρίκιος: "Όπου με άγγιζες πονούσα, όπου δε με άγγιζες πονούσα"

ΤΟ ΖΕΥΓΑΡΙ

Ήταν ο λόφος που είχες πει σεληνιακό τοπίο,
δέσποζε στις παράγκες, γεμάτος
πληγές από εγκαταλειμμένα λατομεία,
στοίβες σκουπιδιών, στρατιωτικά φυλάκια.
Μα ο λίγος χώρος που καλύπτανε
τ’ αγκαλιασμένα τους κορμιά
έφερνε τη δροσιά του, έστω παροδικά,
στις άνυδρές μας νύχτες.

Αθήνα, 1956



ΑΝΤΗΛΙΑ

Τίποτα δεν αντιστεκόταν,
ήλιος μεσημεριού του Αυγούστου
φλόγιζε τον πηχτόν αέρα πύρωνε τις στέγες.
Στο καφενείο πίναμε γκαζόζες
κι οι σκοτούρες μας βουίζανε σα ζαλισμένες μύγες.
Ως τη στιγμή
που θα ’βγαινε στ’ αντικρινό παράθυρο
η Στέλλα.
Στις τσίτινες μασχάλες της
είχε δυο τρίγωνα κομμάτια αντηλιάς.

ΣΟΥΒΑΔΕΣ ΟΥΡΑΝΟΥ

Απόμεναν οι καλτσοδέτες σου
στο πόμολο του κρεβατιού
κι ένα χτενάκι των μαλλιών στο πάτωμα.

Απ’ το παλιό παράθυρο
πέφταν λίγοι σουβάδες ουρανού.

ΣΟΥΓΙΑΣ

Τα μάτια σου ανοίγαν τα πλευρά μου
όπως ένας σουγιάς ανοίγει μια παλιά κονσέρβα
και χύνεται το σαπισμένο υλικό της.

Αθήνα, Μάης 1959

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ

Όπως αθόρυβα τελειώνει η κάθε μέρα
ένα κομμάτι της αγάπης μεταμορφώνεται σε πάγο
ένα κομμάτι του κορμιού μεταμορφώνεται σε θάνατο.

Παρίσι, Γενάρης 1960

[Από τον Λυσιμελή πόθο, Κίχλη, Αθήνα 2014.]







Read More

Aug 8, 2017

Nίκος Γκάτσος: "Χάρτινο το φεγγαράκι, ψεύτικη ακρογιαλιά"

«Πολλοί συγκαταλέγουν τον Γκάτσο ανάμεσα σ’όλους εκείνους που γράφουν στίχους. Όμως αυτός δεν έχει σχέση με τους άλλους. Ο ένας ξεκινάει από την ποίηση, οι άλλοι ξεκινάνε από τους στίχους και προσπαθούν να πλησιάσουν την ποίηση, αλλά παραμένουν στιχουργοί. Ενώ ο Γκάτσος, παρ’ όλο που στιχουργεί για να κάνει ένα τραγούδι, παραμένει πάντα ποιητής. ». 

Είπε γι' αυτόν ο Μεγάλος Ερωτικός.


Για τη συνεργασία τους και για το υπέροχο τραγούδι «Χάρτινο το φεγγαράκι» που πρώτη ερμήνευσε η Νάνα  Μούσχουρη, σχολιάζει:»Όταν πρωτογνωριστήκαμε εγώ ήμουν δεκαεπτά ετώ κι εκείνος εικοσιοκτώ. Από το «Λεωφορείον ο πόθος» είναι και το τραγουδάκι «Χάρτινο το φεγγαράκι». Εκείνο τον καιρό δεν φανταζόμασταν ότι θα μπορούσε ποτέ ο κόσμος να τραγουδάει: «Χάρτινο το φεγγαράκι / ψεύτικη η ακρογιαλιά». 

Ήταν η εποχή που όλοι τραγουδούσαν: «Να το πάρεις το κορίτσι / μην το παιδεύεις» ─η αποθέωση του μικροαστισμού. Τα δικά μας τα τραγούδια τα τραγουδούσαν οι φίλοι μας μόνο.» Οι στίχοι του Νίκου Γκάτσου είναι πραγματικά εκπληκτικοί… 

Σου φέρνουν διάφορες εικόνες στο μυαλό…

Ένα χάρτινο φεγγαράκι πάνω από μια ψεύτικη ακρογιαλιά… 

Αν όλοι μας πιστεύαμε έστω και λίγο στην αγάπη που νιώθουμε για κάθε τι όμορφο στη ζωή μας, για τους ανθρώπους που είναι στο πλάι μας, τότε, ίσως, θα ‘ταν όλα αληθινά!



Χάρτινο το φεγγαράκι Θα φέρει η θάλασσα πουλιά κι άστρα χρυσά τ’ αγέρι να σου χαϊδεύουν τα μαλλιά, να σου φιλούν το χέρι. Χάρτινο το φεγγαράκι, ψεύτικη ακρογιαλιά, αν με πίστευες λιγάκι θα `σαν όλα αληθινά. Δίχως τη δική σου αγάπη δύσκολα περνά ο καιρός. Δίχως τη δική σου αγάπη είναι ο κόσμος πιο μικρός. Χάρτινο το φεγγαράκι, ψεύτικη ακρογιαλιά, αν με πίστευες λιγάκι.


tilestora.com

Read More

Είναι δική σου η ζωή, μην το ξεχνάς!

Πάμε μια βόλτα.


Βάλε στο πίσω κάθισμα φόβους, ανασφάλειες και όλα αυτά που καταπίνουν την ενέργειά σου.

Για οδηγό μην αφήσεις κανέναν. Είναι δική σου η ζωή, μην το ξεχνάς!

Κάνε συνοδηγό σου τη χαρά, την αισιοδοξία, κάποιον που σε κάνει να χαίρεσαι που υπάρχεις.

Και ξεκίνα.

Πήγαινε ως εκεί που ονειρευόσουνα να πας.

Κάνε όλα αυτά που ευχόσουν και παρακαλούσες κάποτε να μπορέσεις να κάνεις.

Ζήσε τέρμα, πάτα το γκάζι γι’ αυτό.

Φρέναρε και σταμάτα όπου χρειάζεται περισσότερο προσοχή, όπου υπάρχει λόγος, όταν η ψυχή σου από μόνη της επιζητά μία στάση.

Πολλές φορές δε θα μοιάζει με βόλτα.

Θα είναι σκοτάδι και δύσκολα.

Μα πάλι θ’ αλλάξει αυτό.

Θα συνεχίσεις τη βόλτα.

Γιατί αδιάκοπα κάπως έτσι συμβαίνει στη ζωή μας.

Γκαζώνουμε όταν είμαστε καλά, φρενάρουμε στα δύσκολα, σταματάμε για κάτι σημαντικό. Μα όπως κι αν είναι τα πράγματα έρχεται η στιγμή που συνεχίζουμε

και πάλι.

Γι’ αυτό σου λέω.

Πάμε μια βόλτα.


enallaktikidrasi.com
Read More

Aug 7, 2017

Γιάννης Ρίτσος: Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου" (Η Σονάτα του Σεληνόφωτος)

Ἀνοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιοῦ σπιτιοῦ. Μιὰ ἡλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στὰ μαῦρα μιλάει σ᾿ ἕναν νέο. 
Δὲν ἔχουν ἀνάψει φῶς. 
Ἀπ᾿ τὰ δυὸ παράθυρα μπαίνει ἕνα ἀμείλικτο φεγγαρόφωτο. 
Ξέχασα νὰ πῶ ὅτι ἡ γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα ἔχει ἐκδώσει δυό-τρεῖς ἐνδιαφέρουσες ποιητικὲς συλλογὲς θρησκευτικῆς πνοῆς. 
Λοιπόν, ἡ Γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα μιλάει στὸν νέο.
Ἄφησέ με ναρθῶ μαζί σου. 
Τί φεγγάρι ἀπόψε! Εἶναι καλὸ τὸ φεγγάρι, - δὲ θὰ φαίνεται ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου. 
Τὸ φεγγάρι θὰ κάνει πάλι χρυσὰ τὰ μαλλιά μου. Δὲ θὰ καταλάβεις. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι, ἀόρατα χέρια τραβοῦν τὶς κουρτίνες, ἕνα δάχτυλο ἀχνὸ γράφει στὴ σκόνη τοῦ πιάνου λησμονημένα λόγια - δὲ θέλω νὰ τ᾿ ἀκούσω. Σώπα.

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου λίγο πιὸ κάτου, ὡς τὴ μάντρα τοῦ τουβλάδικου, ὡς ἐκεῖ ποὺ στρίβει ὁ δρόμος καὶ φαίνεται ἡ πολιτεία τσιμεντένια κι ἀέρινη, ἀσβεστωμένη μὲ φεγγαρόφωτο τόσο ἀδιάφορη κι ἄϋλη, τόσο θετικὴ σὰν μεταφυσικὴ ποὺ μπορεῖς ἐπιτέλους νὰ πιστέψεις πὼς ὑπάρχεις καὶ δὲν ὑπάρχεις πὼς ποτὲ δὲν ὑπῆρξες, δὲν ὑπῆρξε ὁ χρόνος κ᾿ ἡ φθορά του. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Θὰ καθίσουμε λίγο στὸ πεζούλι, πάνω στὸ ὕψωμα, κι ὅπως θὰ μᾶς φυσάει ὁ ἀνοιξιάτικος ἀέρας μπορεῖ νὰ φαντάζουμε κιόλας πὼς θὰ πετάξουμε, γιατί, πολλὲς φορές, καὶ τώρα ἀκόμη, ἀκούω τὸ θόρυβο τοῦ φουστανιοῦ μου, σὰν τὸ θόρυβο δυὸ δυνατῶν φτερῶν ποὺ ἀνοιγοκλείνουν, κι ὅταν κλείνεσαι μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν ἦχο τοῦ πετάγματος νιώθεις κρουστὸ τὸ λαιμό σου, τὰ πλευρά σου, τὴ σάρκα σου, κι ἔτσι σφιγμένος μὲς στοὺς μυῶνες τοῦ γαλάζιου ἀγέρα, μέσα στὰ ρωμαλέα νεῦρα τοῦ ὕψους, δὲν ἔχει σημασία ἂν φεύγεις ἢ ἂν γυρίζεις οὔτε ἔχει σημασία ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου, δὲν εἶναι τοῦτο ἡ λύπη μου - ἡ λύπη μου εἶναι ποὺ δὲν ἀσπρίζει κ᾿ ἡ καρδιά μου. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο. Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Φορές-φορές, τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει, ἔχω τὴν αἴσθηση πὼς ἔξω ἀπ᾿ τὰ παράθυρα περνάει ὁ ἀρκουδιάρης μὲ τὴν γριὰ βαριά του ἀρκούδα μὲ τὸ μαλλί της ὅλο ἀγκάθια καὶ τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στὸ συνοικιακὸ δρόμο ἕνα ἐρημικὸ σύννεφο σκόνη ποὺ θυμιάζει τὸ σούρουπο καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν γυρίσει σπίτια τους γιὰ τὸ δεῖπνο καὶ δὲν τ᾿ ἀφήνουν πιὰ νὰ βγοῦν ἔξω μ᾿ ὅλο ποὺ πίσω ἀπ᾿ τοὺς τοίχους μαντεύουν τὸ περπάτημα τῆς γριᾶς ἀρκούδας -κ᾿ ἡ ἀρκούδα κουρασμένη πορεύεται μὲς στὴ σοφία τῆς μοναξιᾶς της, μὴν ξέροντας γιὰ ποῦ καὶ γιατί -ἔχει βαρύνει, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ χορεύει στὰ πισινά της πόδια δὲν μπορεῖ νὰ φοράει τὴ δαντελένια σκουφίτσα της νὰ διασκεδάζει τὰ παιδιά, τοὺς ἀργόσχολους τοὺς ἀπαιτητικοὺς καὶ τὸ μόνο ποὺ θέλει εἶναι νὰ πλαγιάσει στὸ χῶμα ἀφήνοντας νὰ τὴν πατᾶνε στὴν κοιλιά, παίζοντας ἔτσι τὸ τελευταῖο παιχνίδι της, δείχνοντας τὴν τρομερή της δύναμη γιὰ παραίτηση, τὴν ἀνυπακοή της στὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων, στοὺς κρίκους τῶν χειλιῶν της, στὴν ἀνάγκη τῶν δοντιῶν της, τὴν ἀνυπακοή της στὸν πόνο καὶ στὴ ζωὴ μὲ τὴ σίγουρη συμμαχία τοῦ θανάτου -ἔστω κ᾿ ἑνὸς ἀργοῦ θανάτου- τὴν τελική της ἀνυπακοὴ στὸ θάνατο μὲ τὴ συνέχεια καὶ τὴ γνώση τῆς ζωῆς ποὺ ἀνηφοράει μὲ γνώση καὶ μὲ πράξη πάνω ἀπ᾿ τὴ σκλαβιά της.
Μὰ ποιὸς μπορεῖ νὰ παίξει ὡς τὸ τέλος αὐτὸ τὸ παιχνίδι; Κ᾿ ἡ ἀρκούδα σηκώνεται πάλι καὶ πορεύεται ὑπακούοντας στὸ λουρί της, στοὺς κρίκους της, στὰ δόντια της, χαμογελώντας μὲ τὰ σκισμένα χείλια της στὶς πενταροδεκάρες ποὺ τὶς ρίχνουνε τὰ ὡραῖα καὶ ἀνυποψίαστα παιδιὰ ὡραῖα ἀκριβῶς γιατί εἶναι ἀνυποψίαστα καὶ λέγοντας εὐχαριστῶ. Γιατί οἱ ἀρκοῦδες ποὺ γεράσανε τὸ μόνο ποὺ ἔμαθαν νὰ λένε εἶναι: εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Συχνὰ πετάγομαι στὸ φαρμακεῖο ἀπέναντι γιὰ καμιὰν ἀσπιρίνη ἄλλοτε πάλι βαριέμαι καὶ μένω μὲ τὸν πονοκέφαλό μου ν᾿ ἀκούω μὲς στοὺς τοίχους τὸν κούφιο θόρυβο ποὺ κάνουν οἱ σωλῆνες τοῦ νεροῦ, ἢ ψήνω ἕναν καφέ, καί, πάντα ἀφηρημένη, ξεχνιέμαι κ᾿ ἑτοιμάζω δυὸ - ποιὸς νὰ τὸν πιεῖ τὸν ἄλλον;- ἀστεῖο ἀλήθεια, τὸν ἀφήνω στὸ περβάζι νὰ κρυώνει ἢ κάποτε πίνω καὶ τὸν δεύτερο, κοιτάζοντας ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τὸν πράσινο γλόμπο τοῦ φαρμακείου σὰν τὸ πράσινο φῶς ἑνὸς ἀθόρυβου τραίνου ποὺ ἔρχεται νὰ μὲ πάρει μὲ τὰ μαντίλια μου, τὰ σταβοπατημένα μου παπούτσια, τὴ μαύρη τσάντα μου, τὰ ποιήματά μου, χωρὶς καθόλου βαλίτσες - τί νὰ τὶς κάνεις; - Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» 

Ὄχι, δὲ θἄρθω. 

Καληνύχτα. 

Ἐγὼ θὰ βγῶ σὲ λίγο. 

Εὐχαριστῶ. 

Γιατί ἐπιτέλους, πρέπει νὰ βγῶ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ τσακισμένο σπίτι. Πρέπει νὰ δῶ λιγάκι πολιτεία, -ὄχι, ὄχι τὸ φεγγάρι - τὴν πολιτεία μὲ τὰ ροζιασμένα χέρια της, τὴν πολιτεία τοῦ μεροκάματου, τὴν πολιτεία ποὺ ὁρκίζεται στὸ ψωμὶ καὶ στὴ γροθιά της τὴν πολιτεία ποὺ ὅλους μας ἀντέχει στὴν ράχη της μὲ τὶς μικρότητές μας, τὶς κακίες, τὶς ἔχτρες μας, μὲ τὶς φιλοδοξίες, τὴν ἄγνοιά μας καὶ τὰ γερατειά μας,-ν᾿ ἀκούσω τὰ μεγάλα βήματα τῆς πολιτείας, νὰ μὴν ἀκούω πιὰ τὰ βήματά σου μήτε τὰ βήματα τοῦ Θεοῦ, μήτε καὶ τὰ δικά μου βήματα. 
Καληνύχτα.
Τὸ δωμάτιο σκοτεινιάζει. 

Φαίνεται πὼς κάποιο σύννεφο θἄκρυβε τὸ φεγγάρι.

Μονομιᾶς, σὰν κάποιο χέρι νὰ δυνάμωσε τὸ ραδιόφωνο τοῦ γειτονικοῦ μπάρ, ἀκούστηκε μία πολὺ γνώστη μουσικὴ φράση. Καὶ τότε κατάλαβα πὼς ὅλη τούτη τὴ σκηνὴ τὴ συνόδευε χαμηλόφωνα ἡ «Σονάτα τοῦ Σεληνόφωτος», μόνο τὸ πρῶτο μέρος. 

Ὁ νέος θὰ κατηφορίζει τώρα μ᾿ ἕνα εἰρωνικὸ κ᾿ ἴσως συμπονετικὸ χαμόγελο στὰ καλογραμμένα χείλη του καὶ μ᾿ ἕνα συναίσθημα ἀπελευθέρωσης. Ὅταν θὰ φτάσει ἀκριβῶς στὸν Ἅη-Νικόλα, πρὶν κατεβεῖ τὴ μαρμαρίνη σκάλα, θὰ γελάσει, -ἕνα γέλιο δυνατό, ἀσυγκράτητο. Τὸ γέλιο του δὲ θ᾿ ἀκουστεῖ καθόλου ἀνάρμοστα κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι. Ἴσως τὸ μόνο ἀνάρμοστο νἆναι τὸ ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ἀνάρμοστο. Σὲ λίγο, ὁ Νέος θὰ σωπάσει, θὰ σοβαρευτεῖ καὶ θὰ πεῖ «Ἡ παρακμὴ μιᾶς ἐποχῆς». 

Ἔτσι, ὁλότελα ἥσυχος πιά, θὰ ξεκουμπώσει πάλι τὸ πουκάμισό του καὶ θὰ τραβήξει τὸ δρόμο του. Ὅ

σο γιὰ τὴ γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα, δὲν ξέρω ἂν βγῆκε τελικὰ ἀπ᾿ τὸ σπίτι. 

Τὸ φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. 

Καὶ στὶς γωνιὲς τοῦ δωματίου οἱ σκιὲς σφίγγονται ἀπὸ μίαν ἀβάσταχτη μετάνοια, σχεδὸν ὀργή, ὄχι τόσο γιὰ τὴ ζωὴ ὅσο γιὰ τὴν ἄχρηστη ἐξομολόγηση. Ἀκοῦτε; τὸ ραδιόφωνο συνεχίζει.

Aθήναι, 1956


Read More

Social Profiles

Twitter Facebook Google Plus LinkedIn RSS Feed Email Pinterest

Blog Archive

Powered by Blogger.

Text

Telling Stories, Telling Life

Followers

Favorite Video

Loading...

Words Translation Agency

Words Translation Agency
Words Translation Agency

Pages

Copyright © Μικρές Ιστορίες | Powered by Blogger
Design by Lizard Themes | Blogger Theme by Lasantha - PremiumBloggerTemplates.com