Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ: "Έβλεπα τον έρωτα σαν μεγάλη αγριότητα"

Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούκ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939. Σπούδασε στην Αθήνα, στη Νότια Γαλλία και Ελβετία. Έχει εκδώσει περίπου 20 ποιητικές συλλογές και έργα της έχουν μεταφραστεί σε πόλλες γλώσσες. Το 2014 τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της.


Οι ακρότητες του μέλλοντος

Εκείνο το καλοκαίρι δεν έλεγε να΄ρθει΄ κάτι σαν οργασμός που όλο αναβάλλεται μες στη νύχτα. Η γάτα γέννησε δίπλα στ΄αυτί μου έτσι όπως ξαπλωμένη ατένιζα το μέλλον στο ταβάνι. Τα μωρά της και οι φαντασιώσεις μου έσταζαν αίμα. Έβλεπα τον έρωτα σαν μεγάλη αγριότητα: ένα γδαρμένο ζώο και κρεμόταν απ΄το τσιγκέλι. Ο πόνος κι η ηδονή του, όλα αναίτια. Το μέλλον βαστιέται από άλλα κι όχι από κει που δίνουμε τη ζωή μας όλη. Για τους Κινέζους το μέλλον βρίσκεται πίσω μας. Όπως όταν ταξιδεύεις και κάθεσαι πλάτη πλάτη με τον οδηγό. Τότε το παρελθόν, ο δρόμος που διάνυσες, είναι το μόνο που έχεις μπροστά σου. Και δε θα δούμε ποτέ τον οδηγό. Ποτέ δε θα΄μαστε πλάι στη ζωή ή μαζί της. Η πλάτη μας μόνο θα μας ζεσταίνει την πλάτη για λίγο, όσο να φτάσουμε.

Ιστορίες ματιών

Τα μάτια αγαπούν ν΄αφοσιώνονται
σ΄ελάχιστες πτυχές του ορατού κόσμου
ενώ μέσα το εργαστήρι ερμηνεύει τις εικόνες σε αγγέλους
ή σ΄αποχαιρετιστήριες κάρτες με πεύκα.
Ταξιδεύουν τα μάτια βιδωμένα στο σώμα
η ταχύτητά του τα παρασέρνει
αντιστέκονται λίγο μα ύστερα ακολουθούν
και κοιτάν άλλα καινούργια
ώσπου να πειστεί σιγά σιγά και το ποίημα
και ν΄αρχίσει να παριστάνει το νέο πρόσωπο.
Γερνώντας τα μάτια ξεχνιούνται σ΄ένα σύννεφο
σ΄ένα κομμάτι νερό π΄αστραποβολάει
και τα πάει πέρ΄απ΄την ομορφιά των τοπίων
και τις καφετιές πεδιάδες της κόρης των ματιών σου
σε τόπο όπου ο οφθαλμός είναι ο κόσμος
βλέπει και βλέπεται
κι είναι σαν της αράχνης τον ιστό
σκαλωμένος στου κρανίου την εσώτατη οροφή.


Λέει η Πηνελόπη

Δεν ύφαινα, δεν έπλεκα ένα γραφτό άρχιζα,
κι έσβηνα κάτω απ΄το βάρος της λέξης
γιατί εμποδίζεται η τέλεια έκφραση
όταν πιέζετ΄από πόνο το μέσα.
Κι ενώ η απουσία είναι το θέμα της ζωής μου
-απουσία από τη ζωή-
κλάματα βγαίνουν στο χαρτί
κι η φυσική οδύνη του σώματος που στερείται.
Σβήνω, σχίζω, πνίγω τις ζωντανές κραυγές
«Πού είσαι, έλα, σε περιμένω
ετούτη η άνοιξη δεν είναι σαν τις άλλες
» και ξαναρχίζω το πρωί με νέα πουλιά
και λευκά σεντόνια να στεγνώνουν στον ήλιο.
Δε θα΄σαι ποτέ εδώ με το λάστιχο
να ποτίζεις τα λουλούδια να στάζουν τα παλιά ταβάνια φορτωμένα βροχή
και να΄χει διαλυθεί η δική μου μες στη δική σου προσωπικότητα
ήσυχα, φθινοπωρινά…
Η εκλεκτή καρδιά σου -εκλεκτή γιατί τη διάλεξα-
θα΄ναι πάντα αλλού κι εγώ με λέξεις θα κόβω τις κλωστές
που με δένουν με τον συγκεκριμένο άντρα
που νοσταλγώ όσο να γίνει σύμβολο Νοσταλγίας ο Οδυσσέας
και ν΄αρμενίζει τις θάλασσες στου καθενός το νου.
Σε λησμονώ με πάθος κάθε μέρα
για να πλυθείς από τις αμαρτίες της γλύκας και της μυρωδιάς
κι ολοκάθαρος πια να μπεις στην αθανασία.
Είναι σκληρή δουλειά κι άχαρη.
Μόνη μου πληρωμή αν καταλάβω
στο τέλος τι ανθρώπινη παρουσία τι απουσία
ή πως λειτουργεί το εγώ στην τόση ερημιά, στον τόσο χρόνο
πώς δε σταματάει με τίποτα το αύριο
το σώμα όλο ξαναφτιάχνει τον εαυτό του
σηκώνεται και πέφτει στο κρεβάτι
σαν να το πελεκάνε
πότε άρωστο και πότε ερωτευμένο
ελπίζοντας πως ό, τι χάνει σε αφή κερδίζει σε ουσία.


Μπορεί και να΄ναι ψυχρότητα όλο το πάθος

«Μπορεί και να΄ναι ψυχρότητα όλο το πάθος»
σκεφτόμουνα περπατώντας άκρη άκρη στον γκρεμό…
σιωπή και μέσα μου πιο άσπρη αχνιστή,
γαλακτερή μ΄ακέφαλες τις λέξεις να πλένε να λιώνουν οι έννοιες,
τα πρόσωπα ενώ στον πάτο πέφτουν και ξαπλώνουν τα πράγματα.
Κύματα στην καταχνιά
μια φάλαινα που είδα από μακριά
να πετάει το υγρό τραγούδι της στον πάνω ωκεανό
και τη χαράδρα πράσινη κλειστή με το μουσούδι της μονάχα
ν΄ακουμπάει στην άμμο ο άγιος που ποτέ δεν πίστεψα
άκουσα μόνο τα κουδουνάκια του
κι αλάφρωσα λιγάκι αυτά μόνο τα λίγα σκοτάδια τα σχισμένα.
Το πάθος μοιάζει να έρχεται από την αλχημεία του πάγου μια κρυάδα
που κρατάει αμοίραστο τον πόνο και την ουσία του καλού τόσο βαθιά θαμμένη.
Στέκει πίσω απ΄τα πράγματα σαν ένα κόκαλο σαν νεύρο αλύγιστο,
σκληρό π΄ούτε φωτιά δεν πιάνει κάτι σαν ζώο-
θυρωρός μ΄ένα μονάχα μάτι ακίνητο το χάος να κοιτάει μ΄ένα μονάχα αυτί ν΄ακούει τη σιωπή.

Comments

Popular Posts