Mar 31, 2018

Αναγνωστάκης: "Έλα να παίξουμε...

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα
Θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ
βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία ἢ γιὰ νὰ
ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας εἶναι τόσο μικρὴ
ποὺ δὲν ἀξίζει κἂν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.
Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα θὰ πάω στὸ Μοντεβίδεο ἴσως καὶ
στὴ Σαγκάη, εἶναι κάτι κι αὐτὸ δὲ μπορεῖς
νὰ τὸ ἀμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ἀτέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ἕνα βράδυ
-ξεχνῶ πάνω σὲ τί- κι εἶναι κρῖμα γιατὶ ἦταν τόσο
 μα τόσο ἐνδιαφέρον.
Μιὰ μέρα, ἂς ἤτανε, νὰ φύγω μακριά σου ἀλλὰ κι
ἐκεῖ θά ῾ρθεις καὶ θὰ μὲ ζητήσεις
Δὲ μπορεῖ, Θέ μου, νὰ φύγει κανεὶς μοναχός του.

Tὸ σκάκι
Ἔλα νὰ παίξουμε...
Θὰ σοῦ χαρίσω τὴ βασίλισσά μου
Ἦταν γιὰ μένα μιὰ φορὰ ἡ ἀγαπημένη
Τώρα δὲν ἔχω πιὰ ἀγαπημένη

Θὰ σοῦ χαρίσω τοὺς πύργους μου
Τώρα πιὰ δὲν πυροβολῶ τοὺς φίλους μου
Ἔχουν πεθάνει ἀπὸ καιρὸ
πρὶν ἀπὸ μένα

Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει

δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη
γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις


Ἔλα νὰ παίξουμε...
Ὁ βασιλιὰς αὐτὸς δὲν ἤτανε ποτὲ δικός μου
Κι ὕστερα τόσους στρατιῶτες τί τοὺς θέλω!
Τραβᾶνε μπρὸς σκυφτοὶ δίχως κἂν ὄνειρα
Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω

Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει
δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη

γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
Ἔλα νὰ παίξουμε...

Κι αὐτὴ δὲν ἔχει τέλος ἡ παρτίδα...

Φοβᾶμαι...
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι 
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου 
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ 
πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα 
μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα 
τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες 
καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν 
ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν 
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.

Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.

Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.
Read More

Mar 29, 2018

Τίτος Πατρίκιος: Αντιδικίες

ΠΑΘΗ

Ποιο πάθος λες;

Αυτό ν’αφήνεσαι ρευστός

σε κάθε ερεθισμό του χώρου σου;

Το πάθος ν’απαντάς σα στρείδι;

Το πάθος να παλεύεις με τα πάθη σου

δε λογαριάζεις;

Κι έπειτα

για ποια λευτεριά του αδέσμευτου μιλάς;

Μες στη σκλαβιά τη θέλω εγώ τη λευτεριά σου.

Μες στη σκλαβιά, που για να καταλύσεις,

αναγνωρίζεις πρώτα κι αποδέχεσαι.



ΔΟΚΙΜΕΣ

Λοιπόν δοκίμασα και τη εκδίκηση.

Πάλι εγώ ήμουν ο χαμένος.



ΠΡΟΣΦΟΡΑ

Αν για να σ’ αντιμετωπίσω πρέπει

ν’ απαρνηθώ τ’ανθρώπινά μου,

τότε σου την προσφέρω άκοπη τη νίκη



Ο ΦΡΑΓΜΟΣ

Ακόμη και το τέλειο να φτάσω, έλεγα,

με τη σειρά του θα γίνει ένας φραγμός

που θα ‘ναι αδύνατο να ξεπεράσω.

Με τέτοιες σκέψεις λιγάκι βολευόμουνα

μέσα στις άγονές μου μέρες.



ΔΙΑΦΟΡΕΣ

Και τέλος εσύ τι διακινδύνευσες; Τι γνώρισες

πάνω στο ίδιο το πετσί σου από τα χρόνια μας;

Πότε αποδέχτηκες το ανέκκλητο χωρίς επιφυλάξεις;

Λοιπόν, πού θεμελιώνεις το δικαίωμα

της σιγουριάς ή της αμφιβολίας σου;

Μ’ ας είναι. Πρέπει να πάμε πέρα από τις διαφορές μας.

Και τούτη την κρυφή μου πίστη στην υπεροχή μου

πρέπει να τη συντρίψω.



ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

Και σένα, αν με τα τόσα που περάσαμε

τίποτα μέσα σου δε σακατεύτηκε,

μην πολυκαμαρώνεις.

Ίσως


δεν είχες τίποτε να διακινδυνεύσεις.




ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΜΑΤΑΙΩΣΗ

Κάτι ήθελε να πει ο άνθρωπος εκείνος,

κάτι τραύλιζε.

Μα εγώ βιαζόμουν.

Κάτι τραύλιζε ως την πόρτα.

Ένας άνθρωπος ήθελε μα μου μιλήσει

κι εγώ βιαζόμουν.



ΕΠΟΥΛΩΣΗ

Το θέλεις, δεν το θέλεις,

κλείσαν με τον καιρό πολλές πληγές.

Και ποιος να δει πως σέρνονται

βουβά κάτω από το δέρμα

σαν εσωτερικές αράχνες;



ΕΜΠΟΔΙΑ

Εκεί που πας να με βρεις ρίχνω ένα καινούργιο φράγμα.

Δεν είναι που δε θέλω να με βρεις,

δεν είναι που θέλω να σε διώξω.

Μόνο που πια πρέπει να δούμε καθαρά

πόσα εμπόδια αντέχουμε να ξεπεράσουμε,

για να βρεθούμε.

Πρέπει να ελέγξουμε ως πού τραβάει η δύναμή μας.

Κι έπειτα, μην ξεχνάς ποτέ το ενδεχόμενο

τα φράγματα να μην τα φτιάχνω μόνος μου,

μα να υπάρχουν πάνω μου και μέσα μου σα μελανές ουλές

αλλάζοντας το σχήμα και το χρώμα μου.

Αυτό το εμπόδιο που είναι ο εαυτός μου

για τον εαυτό μου.



ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗ ΣΙΩΠΗ

Αυτός ο πάγος που αποδέχτηκα

όλο κι απλώνει

μέσα κι έξω.

Απ’ το γυμνό βουνό μου

πάνω από συνωστισμούς σωμάτων κι αισθημάτων

κερδίζοντας τα σύνολα που θέλησα

βλέποντας μόνο δάση.

Πάλι πεθαίνω για ένα δέντρο.

Ένα δέντρο… ένα πρόσωπο….

Και πια δεν ξέρω

αν διάλεξα τη μοναξιά

ή αν μου την επιβάλατε.

Καθώς απλώνει ο πάγος,

δεν καταδέχομαι

να ζητήσω τη βοήθειά σας.



Η ΣΑΡΚΑ

Η σάρκα μου

πάντα πονάει στα χτυπήματα,

πάντοτε χαίρεται στα χάδια.

Ακόμα τίποτα δεν έμαθε.
Read More

Mar 24, 2018

Ένα κομμάτι του εαυτού μου πάντα θα σε περιμένει

Οι ώρες μας τελειώνουν. 

Έμειναν μόνο κάτι τελευταίες στιγμές που διστάζουν να έρθουν. Φοβούνται το τέλος και την ιδέα πως θα περάσουν κι αυτές και θα χαθούν στο χρόνο όπως τόσες άλλες. Θα φύγουν και θα πάρουν μαζί τους τη μυρωδιά του προσώπου σου, το ανοιξιάτικο αεράκι της θάλασσας, τη χαρά του γέλιου σου. Θα φύγουν και θα μ' αφήσουν μόνη κι ορφανή από αγάπη. Γερασμένη...


Μπορώ να ζω συνεχώς τις ίδιες στιγμές μαζί σου σ' επανάληψη; Μόνο στο μυαλό. Ο χρόνος θα περάσει ελπίζω γρήγορα κι ανώδυνα μακριά σου. Θα τον γεμίσω με ασήμαντα όνειρα και δήθεν μεγάλους στόχους, έτσι για να κρατάω τον εαυτό μου απασχολημένο. Θα έρχεσαι τα βράδια στα όνειρά μου και το πρωί όταν ξυπνάω θα πονάω που η νύχτα τελείωσε και δεν μπορώ πια να σε νιώσω κοντά μου. 

Το σώμα μου θα τρέμει από την έλλειψη της γλυκιάς και ναρκωτικής ουσίας που έσταζαν τα χείλη σου. Θα κρυώνει ακόμη και το καλοκαίρι και τίποτα δε θα το ζεσταίνει. Καμία αγκαλιά δε θα ταιριάζει στα χέρια μου και τα μάτια μου δε θα εντυπωσιάζονται με τίποτα πια. Ο πόνος θα καταλαγιάσει, θα γίνει συνήθεια όπως και η απουσία σου. 

Σου υπόσχομαι πώς όταν το μυαλό θολώνει πότε από θυμό και πότε από αγάπη για σένα, δε θα σ' αφήνω να το ξέρεις. Σε κούρασα. Σε κούρασα γιατί ζητάω πίσω τις στιγμές μας και δεν έχεις τίποτα να μου δώσεις, παρά μόνο ένα ψυχρό "καλημέρα". Σου υπόσχομαι μια μέρα θα καταφέρω να πείσω τον εαυτό μου ότι τελειώσαμε. Ότι δεν έχουμε άλλες στιγμές να μοιραστούμε. Που να βάλω όμως όλα όσα νιώθω για σένα; Μακάρι να μπορούσα να τα μαζέψω όλα μαζί, να τα τσαλακώσω και να τα ρίξω στον πιο βαθύ ωκεανό. Τι νόημα έχουν εξάλλου, αν δεν μπορώ να στα εκφράσω, αν δεν μπορώ να τους δώσω μέσα από στιγμές, ζωή. 

Η αλήθεια είναι πώς πάντα ένα κομμάτι του εαυτού μου θα σε περιμένει. Δε θα σε ψάξω ποτέ μην ανησυχείς. Μη φοβάσαι ότι θα σου ζητήσω για λίγο να μου μιλήσεις ή να κάνεις πώς μ' αγαπάς. Μην ανησυχείς ότι θα προσπαθήσω να σ' αλλάξω πια. Μην πιέζεσαι άλλο από την αγάπη μου και τις λέξεις μου. Σου έπεσε πολλή η αγάπη μου. Σου έπεσαν πολλές οι στιγμές μας. Δε θ' απαιτήσω να νιώσεις πια μη φοβάσαι.

Παίρνω τις στιγμές μας και φεύγω... Κι αφήνω ένα κομμάτι του εαυτού μου να γεράσει, περιμένοντας σε να έρθεις να το αγαπήσεις. Είναι η μόνη του ελπίδα για να γίνει και πάλι ολόκληρο. 

Είσαι η μόνη μου ελπίδα...
 
Read More

Mar 21, 2018

Μπράουνινγκ: "Σε αγαπώ με μιαν αγάπη που φαινόταν πως θα χάσω"

Παγκόσμια μέρα ποίησης και διαλέξαμε τέσσερα αγαπημένα ερωτικά ποιήματα από τρεις ξένους ποιητές για να το γιορτάσουμε.

Τζόις Μανσούρ (1928-1986)

Άσε με να σ’ αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ’το παχύ σου αίμα
το κρατώ καιρό μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ’αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρρυτες από χαρά
άσε με να σ’ αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τα τρυπήσω με τη σουβλερή μου γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω με το θριαμβευτικό μου
σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.

(Μτφ.: Έκτωρ Κακναβάτος)



ε. ε. κάμμινγκς (1894-1962)

Μου αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το σώμα
σου. Τόσο που είναι φρέσκο αυτό το πράγμα.
Μύες καλύτεροι, νευρώνες περισσότεροι.
μου αρέσει το σώμα σου. μου αρέσει αυτό που κάνει,
μου αρέσουν τα πώς του. μου αρέσει απ' το σώμα σου να νιώθω τη σπονδυλική στήλη και κόκαλα, και την τρεμουλιαστή
κρουστο-απαλό τητά του και που εγώ θα το

ξανά και ξανά και ξανά
να το φιλήσω, μου αρέσει να φιλώ αυτό κι εκείνο σου,
μου αρέσει, αργά να χαϊδεύω το, χνούδι φουντωτό το
γουνάκι ηλεκτρισμένο σου, και τι-ν'-αυτό που βγαίνει
από τη χωρισμένη σάρκα ... Και μάτια μεγάλα ερωτο-ψίχουλα,
και ίσως μου αρέσει το ρίγος
του από κάτω μου εσύ τόσο, που, αλήθεια, φρέσκο πόσο 

* * *
σε πείσμα του οτιδήποτε
αναπνέει και κινείται, μια κι ο Θάνατος
(με χέρια λευκά μακρύτατα
που στρώνουν κάθε ζάρα)
ολοσχερώς θα λειάνει τον νου μας
-πριν βγω απ' την κάμαρά μου
γυρνώ, και(γέρνοντας
μες στο πρωινό)φιλάω,
το μαξιλάρι αυτό, αγάπη μου,
όπου τα κεφάλια μας ζούσαν και ήταν.

(Μτφ.: Βασίλης Αμανατίδης)

Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνινγκ (1806-1861)

Πώς σ' αγαπώ; Άσε με να μετρήσω τρόπους.
Σε αγαπώ στο βάθος και στο πλάτος και στο ύψος
Που η ψυχή μου μπορεί να κατακτήσει, όταν νιώθει αμήχανη
Για τους σκοπούς της ύπαρξης και της γοητείας της ιδεατής.
Σε αγαπώ στο επίπεδο της καθημερινής
Της πλέον ήρεμης ανάγκης, στο φως του ήλιου και του κεριού.
Σε αγαπώ ελεύθερα, όπως όταν οι άνθρωποι αγωνίζονται για τη νίκη του καλού
Σε αγαπώ αγνά, όπως όταν γυρίζουν από προσευχή.
Σε αγαπώ με ένα πάθος που έβαλα σε χρήση
Μες στις παλιές μου λύπες και με μια πίστη
από την ηλικία μου την παιδική.
Σε αγαπώ με μιαν αγάπη που φαινόταν πως θα χάσω
Με τους χαμένους μου άγιους - Σε αγαπώ με την αναπνοή,
Με τα χαμόγελα και τα δάκρυα όλης της ζωής μου! Κι αν ο Θεός θελήσει,
Μετά τον θάνατο θα σ' αγαπώ ακόμα πιο πολύ

(Μτφ.: Χρίστος Γούδης)

* * *

(απόσπασμα)

κρατώ την καρδιά σου μαζί μου (την κρατώ μες
στην καρδιά μου) δεν την αποχωρίζομαι ποτέ (όπου
κι αν πάω πηγαίνεις κι εσύ, καλή μου, κι ό,τι γίνεται
από μένα μόνο είναι δικό σου έργο, αγαπημένη μου)
δεν φοβάμαι
καμία μοίρα (γιατί εσύ είσαι η μοίρα μου, γλυκιά μου) δεν θέλω
κανέναν κόσμο (γιατί ομορφιά μου εσύ είσαι ο κόσμος μου, ο αληθινός)
και είσαι εσύ ό,τι από πάντα σημαίνει ένα φεγγάρι
κι ό,τι ένας ήλιος πάντα θα τραγουδάει είσαι εσύ

(Μτφ.: Χάρης Βλαβιανός)

Read More

Mar 15, 2018

Μενέλαος Λουντέμης: "Το κορίτσι με το φεγγάρι στο χέρι"

Το θυμότανε. Πάντα. Δυνατά. Τις μέρες και τις νύχτες. Σαν «όνειρο», σα μοσκοβολιά, κι έλεγε…—το ’λεγε όλες τις στιγμές, και το παράγγελνε με πάθος στον εαυτό του— αν γλύτωνε, αν ξανανέβαινε στο φως, να ψάξει, να. κοσκινίσει όλον τον κόσμο, ώσπου να την βρει— όποια κι αν ήταν, όπως κι αν την έλεγαν…—και να σκάψει να της φιλήσει τα χέρια, να την γεμίσει με δακρυσμένα «ευχαριστώ».

Εκεί μέσα που τον έθαψαν, που τον είχαν σα λείψανο ριγμένο, λαχτάρισε και δίψασε. Δίψασε για ένα σημαδάκι χλόη, για μια σταλίτσα του απάνω κόσμου. Ένα γέλιο μικρού παιδιού ή ένα τζιτζίκι… Κάτι που να μη θυμίζει αυτόν τον μουχλιασμένο και πνιγερό τάφο.

Εκεί κάτου τα ’χε ξεχάσει όλα. Το χρώμα του κόσμου, τη μέρα. Τί χρώμα είχε, αλήθεια, η μέρα; Ήταν γαλάζια; ή άσπρη;… Γιατί εδώ τα μάτια του ήταν άχρηστα, περιττά .Εδώ ζούσε μόνο με τ’ αφτιά και τα δάχτυλα. Την πρώτη μέρα που τον κατέβασαν είχε μαζί του και τη μύτη του μα ύστερα την έχασε. Τον έπιασε καταρροή κι ανόστησαν όλα. Πρόφτασε μονάχα να μυριστεί ότι βρωμούσε βαριά κι ανυπόφορα εκεί μέσα… Κάτι σαν υπόνομος σαν λάκκος ψοφιμιών. Ότι βούιζε σα βαθύ πιθάρι. Ύστερα όλα μπερδεύτηκαν. Το σκοτάδι τα κατάπιε και τ’ αφάνισε όλα. Κάπως έτσι θα ’πρεπε να ’ναι στον άδη. Έτσι άχαρα, έτσι στυφά. Μόνο πού τώρα πρέπει να του πάρουν αυτό τ’ όνομα, και να τον λένε «Απομόνωση». Θα του ταιριάζει περισσότερο.


Είχε μια πίκρα, που την έφερε μαζί του απ’ έξω. Ότι δεν πρόφτασε να δει το φεγγάρι. Το σπίτι πού κρυβότανε ήταν παράμερο, σε μια γούβα, με τα παράθυρα πάντα κλειστά, πάντα, μέρα και νύχτα.

Ά… το φεγγάρι… Έπρεπε να είχε προφτάσει να το δει. Όμορφα είναι και με τον ήλιο,

– ά ναι….

— και μ’ αυτόν, είναι πολύ όμορφα. Μα με το φεγγάρι… Μ’ αυτό είναι αλλιώτικα. Ο κόσμος γίνεται μαγευτικός, σαν παραμυθένιος. Σκέτου… Αυτός κι εκ ε ί ν η —το Ολγάκι-—με το φεγγάρι. Βράδυ αττικό. Και το φλύαρο ζεστό χεράκι της χωμένο στο δικό του. Το Ολγάκι… Ακουμπισμένο απάνω του σφιχτά στο ξύλινο καναπεδάκι. Κι από πάνω η ακακία με το φεγγάρι μπλεγμένο στα κλαριά της. «Ολγάκι… κόψε μου κείνο το χρυσό μήλο» —«Κλείσε τα μάτια να στο κόψω…». Το μάγουλό της, τρυφερό, μεταξένιο, τριβότανε μ’ ένα μικρό θρόισμα απάνω του. «’Ώ, τι γλυκό και μοσχοβολημένο φεγγάρι…».

Τώρα που να είναι, τι να κάνει; Το Ολγάκι…
Ήταν τρυφερό, το μόνο τρυφερό συναπάντημα της ζωής του. Μικρό… ολομόναχο. Ανίδεο απ’ τη ζωή και τις παγίδες της. Γελούσε σα φρεσκοκομμένο ρόδι και δεν έβλεπε τους λύκους πού ακόνιζαν γύρω της τα δόντια τους. Το είχε ανταμώσει λίγο πριν απ’ το γκρεμό και τ’ άρπαξε και το ‘σφιξε πάνω στο τίμιο στήθος του. Και το καλόπιασε. Κείνη ακούμπησε στο μπράτσο του και πάτησε θαρρετά.

Μα αν γλύτωσε το Ολγάκι απ’ το γκρεμό κι απ’ τα δόντια των λύκων, άλλος γκρεμός, ένας αληθινός τάφος, ανοίχτηκε για τον ίδιο. Άλλοι λύκοι άρχισαν να μυρίζουν τα δικά του τα βήματα. Το κατάλαβε στην ώρα. Και της το ’πε —κείνη έτρεμε…

— Ξέρεις, Ολγάκι. Το καταλαβαίνω, πως η ανάσα μου εδώ πάνου θα είναι λίγη. Μια μέρα θα με σύρουν σα φονιά, ναι, εμένα. Θα μου ζητήσουν να πατήσω το ψωμί μου. Να παραδώσω τούς συντρόφους μου. Να βρίσω το δίκιο του νηστικού. Να πω ήμαρτον για όλα πού αγάπησα. Κι εγώ θα πω «όχι». Και τότε, Ολγάκι ,—δεν έχουμε καιρό να στο εξηγήσω γ ι α τ ί —τότε μπορεί και να με κρεμάσουν ανάποδα, ή να με θλίψουν ζωντανό. Και να με κρατούν, κρεμασμένο ή θαμμένο, ώσπου να πίσω και ν’ απαρνηθώ. Τότε, Ολγάκι, θα μείνεις ολομόναχο. Και πρέπει να σφίξεις τα δόντια σου. Παντού παραμονεύουνε λύκοι δαμασμένοι για πλάσματα σαν και σένα. Πρέπει να σφάζεις τα δόντια και να περιμένεις ώσπου να με ξεθάψουν —γιατί κάποτε θα με ξεθάψουνε. Θα κουραστούνε και θα με ξεθάψουνε. Τότε θα μου ξαναδώσεις πάλι να σφίξω το χεράκι σου… και δεν θα τ’ αφήσω πια ποτέ.

Που να είναι άραγε τώρα το μικρό του, το ολόμικρό του Ολγάκι;…
Εδώ κάτου όλα ήταν μαύρα σαν κατράμι. Όλα σκεπασμένα με νύχτα πηχτή. Μπερδεμένα τα μερόνυχτα. Σμιγμένη η νύχτα με τη μέρα σε μια μόνη νύχτα χωρίς σύνορα. Είχε πάψει πια να μετράει, γιατί από πού ν’ αρχίσει; Με τί να μετρήσει; Εδώ ήταν όλα ένα μονοκόμματο σκοτάδι. Οι ώρες, τα λεπτά, οι μήνες και τα χρόνια. Τα ρολόγια και τα καλαντάρια, ήταν γι’ αυτούς πού ζουν στο ξέφωτο του κόσμου, πού έχουν τα μάτια, και πού τους χρειάζονται τα μάτια. Εδώ «ζω» θα πει ψ η λ α φ ώ.

Έτσι σερνόταν αυτή η άσωτη μαυρίλα, έτσι λίμναζε αυτή η ασήκωτη πίσσα πού απάνω τη λένε χ ρ ό ν ο. Κι έτσι θα σερνόταν, κι έτσι θα λίμναζε… αν…

Αν δεν γινότανε αυτό το θαμπωτικό και πρωτάκουστο, αν κάποτε, ξάφνου δεν γινόταν φ ώ ς. Τί ήταν; Από πού ξεκίνησε; Τί ζητούσε;… Δεν ήξερε. Η αλήθεια είναι ότι έγινε, ότι κάποτε —μέσα στα βαθιά έγκατα —έπεσε φως. Μόλις το είδε, έτριψε καλά τα μάτια του, κούνησε το μυαλό του, μην ήταν ψέμα, μην τον περιπαίζανε τα όνειρα. Όχι. Ήταν αλήθεια! Σύρτηκε με τα τέσσερα και κόλλησε τα μάτια του στην τρυπούλα του κελιού.

Ήταν φώς! Ή ζωή ήταν ακόμη στη θέση της! Μα δεν πρόφτασε να χαρεί. Χοντρά βήματα ακούστηκαν ξοπίσω της. Και μ’ όλο του το σάστισμα μπόρεσε να ξεχωρίσει τη βαριά σιλουέτα του Σβάρτς, του βασανιστή και του σκυλάνθρωπου, που δέκα ολάκερα μερόνυχτα τον παίδευε, πριν τον θάψει εδώ μέσα. Ναι, ήταν αυτός. Μα που την πήγαινε την άγνωστη με το φεγγάρι; Δεν πρόφτασε να την μελετήσει καλά, είχε μόνο ξεχωρίσει τα μαλλιά της —χρυσά πίσω απ’ το φως, και το μπόι της, αρκετά ψηλό. Τίποτε’ άλλο. Τα βήματα πέρασαν κι έσβησαν.

Κάθισε να τρίβει τα μάτια του. Ήταν φως; Ήταν αλήθεια; Ό κόσμος πέρασε από δίπλα του γρήγορος σαν αστραπή, και χάθηκε πίσω απ’ το διάδρομο. Έχωσε τό κεφάλι του μες’ στα μπράτσα κι απόμεινε κει. Πέρασαν ώρες, δε θυμόταν πόσες. Σίγουρα. Δεν ήταν αληθινό ότι έτρεξε. Του φάνηκε.

‘Όλα τα ’φερε ό πυρετός. Ό πυρετός απ’ τις κακοφορμισμένες πληγές του.

Έτσι θα ήταν. Κρίμα…

Κοιμόταν. Τον είχε κλεφτοπάρει έτσι κουλουριασμένος, όπως έμενε. Μπορεί να ονειρεύτηκε κιόλα. Ένα όνειρο γεμάτο φεγγάρια, φεγγάρια και κορίτσια. Ένα παγκάκι μια ακακία… Μα τί ’ταν αυτό; Σήκωσε το κεφάλι του.

Το φεγγάρι. Το κορίτσι με το φεγγάρι ξαναπερνούσε. Όχι, δεν ήταν όνειρο. . · Δεν ήταν ψέμα · . Αχ. . · εξαίσιο πέρασμα. . . χαμόγελο της ζωής. Υπάρχεις λοιπόν; Κι εσύ γυναίκα, όποια κι αν είσαι, να ’σαι ευλογημένη. Αφού υπάρχει το φως όλα υπάρχουν. Τώρα μπορεί να κυλήσει όσο μαύρος χείμαρρος θέλει. Ή ζωή υπήρχε! Και τον περίμενε.



Τότε ορκίστηκε. Αν ζούσε, αν ανέβαινε στο ως, να ψάξει, να την βρει, και να την βρει, και να την προσκυνήσει, όποια κι αν ήταν, όπως κι αν την έλεγαν. Γιατί τον δυνάμωνε, γιατί κατέβηκε στα τάρταρα, για να του φέρει το φώς, και την εγκαρτέρηση.

Έτσι το θυμόταν: Δυνατά, επίμονα, με πάθος… Όλον τον κατοπινό καιρό, όσος ήταν. Τον όρκο του τον είχε βάψει στις πληγές του. Το θυμόταν κι όταν σύρθηκαν οι βαρείες άλυσσίδες —γιατί κάποτε οι αλυσίδες σύρτηκαν —και τον πέταξαν ξανά στο φώς. Θυμόταν και τα λόγια που αλλάξανε ξοπίσω του οι φύλακες. «Μπορείς απ’ την πέτρα την ξερή να βγάλεις νερό, απ’ αυτόν δεν βγάζεις λέξη».

Δίπλα στο Ιεροξεταστήριο ήταν ένα καφενεδάκι. Κάθισε στην πρώτη καρέκλα πού σκόνταψε. Κάθισε, γιατί δεν μπορούσε ούτε να δει, ούτε να σκεφτεί, ούτε να περπατήσει. Ακόμα ψηλαφούσε… Ήρθε ένας μεσόκοπος άντρας και στάθηκε από πάνω του.

— Από κάτω έρχεσαι;… του λέει με πονετική φωνή. Φαίνεσαι. Είσαι σα χάσες. Να σου φέρω ένα καφεδάκι, παιδί μου, να στυλωθείς;

— Πόσον καιρό έχω; τον ρωτά.

— Πού να ξέρω… Πότε σε πιάσανε; πι μου και θα το βρούμε.

— Αρχές ’Απρίλη.

— Χμ… Σήμερα έχουμε τέλη του Νοέμβρη.

— Τέλη του Νοέμβρη;…

Εφτά μήνες. . . Εφτά ολοστρόγγυλους μήνες. . . Μόνο με ψωμί. . . Νερό και ψωμί, πού του το πετούσαν αμίλητοι απ’ την τρυπίτσα. Αμίλητοι, για να μην ακονίσει ανθρώπινη μιλιά, κι αναθαρρήσει…

Ο καφετζής ξαναγύρισε με το δίσκο.

— Πάρε, παιδί μου. Κι απόθεσε τον καφέ.

Δεν τον πρόσεξε. ’Έπεσε πάνω στο νερό με χαχανητό.

—Μπάρμπα… του λέει. Και γαντζώνει πάνω στο ρούχο του. Μπάρμπα, οποίος κι αν είσαι. Έκανα έναν όρκο εκεί κάτω. Και θέλω τώρα πού βγήκα να τον ξεπληρώσω…

— Ποιόν παιδί μου; Λέγε…

— Κάποτε… δεν ξέρω πότε. Μα μια μέρα…—ή μια νύχτα…, δεν θυμάμαι —εκεί κάτω έγινε φώς. Ένα κορίτσι…

— Άσε, ξέρω.

— Ξέρεις;

—- Ναι, άσε, ξέρω… Να, εκειδά στο στενάκι κάθεται. Τη βλέπεις κείνη την πόρτα την κανελιά με το χερούλι; Έ, κει κάθεται.

— Ποιος; Το κορίτσι;

— Το κορίτσι. Δώσε στην πόρτα χτυπησιές και θα σ’ ανοίξουνε. Το ξέρω το κορίτσι. Είναι το τελευταίο κελεπούρι του Σβάρτς. Έχει καναδυό μήνες πού το σπίτωσε.

— Του Σάρτς;… Κάνει σαστισμένος. Και καλά, γιατί ο κύριος δεν πηγαίνει εκεί; Γιατί την κατεβάζει στο μαύρο κόσμο, κάτου στα έγκατα της Γής;

— Άπιαστος κόσμος, παιδί μου, χαλασμένος, πώς το λένε… Άσε, είναι ιδιότροπος, διαστρεμμένος, βίδα… πώς το λένε;

— Άσε, μπάρμπα, κατάλαβα. Στην κανελιά πόρτα είπες; ’Άσε, κατάλαβα. Γεια σου…

Έχωσε τη σκούφια του βαθιά κι έφυγε. Παραπατούσε σα μεθυσμένος. Σερνόταν τοίχο-τοίχο, ώσπου έφτασε στο χερούλι της καφετιάς πόρτας και κρεμάστηκε απάνω του. Ένα ξεπλυμένο μούτρο χάραξε την πόρτα και τον κοίταξε στυφά-στυφά.

— Πάαινε παρακάτω, χριστιανέ μου… Δεν έχει…

— Τί;

— Δεν έχουμε λιανά.

Έπιασε με δύναμη την πόρτα και την έσπρωξε μέσα.

— Λιανά;… Λιανά είπες; Για ποιόν λοιπόν με πέρασες;

Η γριά τον μέτρησε φοβισμένη.

— Καλά… Κόπιασε. Μα τι ορίζεις;

— Θέλω… (Σταμάτησε. Τι ήθελε;… Σκούπισε τον Ιδρώτα του). Θέλω τη… (Μα πώς την έλεγαν;). Θέλω.. Θέλω τη… την «άπαυτή»… τη λεγάμενη του Σβάρτς.

— ..Χμ… Xμ… κάνει η γριά και ξερογλείφεται. Δεν είναι για τα δοντάκια σου, καψερέ μου. Πάαινε.

— Όχι. γιαγιά. Όχι, να μη χαρώ τα μάτια μου. Δεν…

— Πάαινε… πάαινε… Δεν είναι για κανέναν. Μη βλέπεις με. κείνον. Έχει το λόγο της. Ποιόν λόγο;… Κείνη ξέρει. Κάτι, λέει, της έταξε… Δεν είναι της «δουλειάς» το κορίτσι, μάτια μου. Τράβα.

— Γιαγιά… κάνει και της σταυρώνει τα χέρια. Δεν με κατάλαβες. Δεν με νοιάζει ποιανού είναι και τί κάνει. Εγώ θέλω μόνο να τη δα. Τίποτα άλλο. Μόνο να τη δα.

— Να τη δεις; Άλλο και τούτο! Και γιατί;

Κείνη την ώρα ακούστηκαν ξοπίσω βήματα.

— Να… πες τα στην ίδια… λέει η γριά. Άκου, Όλγα, κορίτσι μου.

Στράφηκε. Κοντά του ήταν ένα τραπέζι…

— Τί είναι, γιαγιά; ρώτησε το κορίτσι.


Τότε έγινε κάτι σα σεισμός. Μα αυτός ωστόσο δεν έπεσε. Στάθηκε αντίκρυ της σαν κέρινη σκιά… (Το μικρό του πάναγνο Ολγάκι…).

Κείνη έπαιξε με δύναμη τα μάτια. Ύστερα τα ’κλείσε και περίμενε τα νύχια του. Δεν έγινε… Ό άνθρωπος πού στεκότανε αντίκρυ της έβγαλε αργά-αργά το σκούφο του και γονάτισε. Κείνη έπεσε στα χέρια της γριάς. Κάτι ζεστό άγγιξε το μέτωπό της… Ένα ζεστό στόμα πέρασε σιγά, λεπτά, με ευλάβεια απ’ τα μαλλιά της… Κι ύστερα ξεμάκρυνε…

Άνοιξε τα μάτια της. Ο άνθρωπος με το φιλί έφευγε. Κι ή τραγιάσκα του… ήταν ακόμη κρεμασμένη απ’ το χέρι… Της ήρθε να φωνάξει. Να τρέξει ξοπίσω του, να τον προφτάσει…, μα τα πόδια της ήταν κολλημένα. Ήθελε να τού φωνάξει. Να περιμένει. Να δεις πώς θα πέφτει, και πώς θα φιλεί ένα-ένα τα βήματά του… μα κείνος είχε ξεμακρύνει. ’Ακούστηκε να κλείνει ξοπίσω του η πόρτα.

Και τότε… Τότε κατάλαβε…— κι έμπηξε φωνή —κατάλαβε… πώς στον τάφο πού κατέβηκε για να τον βγάλει, έμεινε για πάντα θαμμένη η ίδια…



Πηγή: bluebig.wordpress.com
Read More

Mar 10, 2018

Θα' θελα μια Κυριακή μαζί σου

Κυριακή, ανοιξιάτικο πρωινό του Μάρτη. Η γλυκιά ζεστασιά του ήλιου μπαίνει από το άνοιγμα της κουρτίνας και με καλεί να σηκωθώ. Φοράω τη ρόμπα μου και περιπλανιέμαι στο άδειο σπίτι. Σκέφτομαι πόσο μου αρέσει αυτή η ησυχία. Πόσο εθιστική είναι η μοναξιά. 

Κοιτάζω τα όμορφα λουλούδια στο τραπέζι που ένας θαυμαστής έστειλε λίγες μέρες πριν. Τα ποτίζω λίγο παθητικά. Είναι όμορφα όμως, η ομορφιά τους δε με αφορά. Αν τα έστελνες εσύ θα ήταν τα πιο όμορφα λουλούδια στον κόσμο και θα τ' αντίκριζα κάθε πρωί μ' ένα πλατύ χαμόγελο. 

Ετοιμάζω τσάι, πιάνω από το ράφι της βιβλιοθήκης ένα μικρό βιβλίο με αγγλική ποίηση και αναγεννησιακούς πίνακες που πήρα από ένα ταξίδι στη Βουδαπέστη. Χάνομαι στους στίχους του Σαίξπηρ και του Ουγκώ. 



"Μιλάει. Ω, μίλα πάλι, ολόφωτε άγγελε γιατ’ είσαι
δόξα λαμπρή της νύχτας πάνω απ’ το κεφάλι μου,
και σε θωρώ σαν φτερωτόν ουράνιον άγγελο,
που οι άνθρωποι με τ’ άσπρο των ματιών τους από
θαμασμό
ανατρανίζουν να τον δουν που δρασκελάει
τ’ αργοκίνητα νέφη κι αρμενίζει επάνω
στο στήθος του αέρα".

Σκέφτομαι ότι αν ο Ρωμαίος κι η Ιουλιέτα τελικά παντρεύονταν κι έκαναν παιδιά, ίσως να μη μιλούσαμε για ένα αθάνατο έρωτα αλλά γι' ακόμη ένα διαζύγιο ή μίζερο γάμο. Αναρωτιέμαι, αν σ' είχα στη ζωή μου θα σε ήθελα όπως τώρα; Πώς θα ήταν άραγε να ξυπνούσαμε μαζί στο ίδιο κρεβάτι κάθε πρωί; Πώς θα ήταν η ζωή μου αν αυτή την Κυριακή ξυπνούσα και σ' έβλεπα να κοιμάσαι δίπλα μου; Μια εικόνα που μοιάζει μ' όνειρο μακρινό. 

Εσύ δε μου 'στειλες καν ένα μήνυμα μετά την τελευταία μας συνάντηση. Οι συναντήσεις μας για σένα είναι μάλλον μία ακόμη υποχρέωση της δουλειάς. Κι εγώ που περνάω τόσο ωραία κοιτώντας σε να μιλάς και να χαμογελάς, μένω μετά μ' ένα πόθο ανεκπλήρωτο στα στήθια, να φαντάζομαι πώς θα ήταν αυτή η Κυριακή μαζί σου. 

Πώς να είναι η μυρωδιά σου άραγε τα κυριακάτικα πρωινά; Δεν ξέρω καν τι σου αρέσει να τρως για πρωινό, όμως, θα σου ετοίμαζα το αγαπημένο σου. Θα σε κοίταζα, περιμένοντας σε να ξυπνήσεις για να σου δώσω το πρώτο φιλί της ημέρας. Θα έβαζα το χέρι σου κάτω από το νυχτικό μου και θα κολλούσα το σώμα μου πάνω στο δικό σου μέχρι να νιώσω ότι ερεθίστηκες αρκετά για να βγω από πάνω σου. Ύστερα, θα κάναμε ντους και θα ετοίμαζα καφέ για να συζητήσουμε πώς θα περάσουμε το υπόλοιπο της μέρας.  

Θα ήθελα μια Κυριακή μαζί σου. Να σε 'χω μια μέρα χωρίς να υπάρχει κανείς τριγύρω. Έτσι για να δω πώς θα ήμασταν τελικά εμείς οι δυο. Κι ας μην είχα άλλη. Έτσι, για να 'χω να λέω για έναν έρωτα που κράτησε λίγο και δεν πρόλαβε ποτέ να φθαρεί από το πέρασμα του χρόνου και τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Ένα έρωτα φευγάτο σαν κυριακάτικο όνειρο, όπως αυτόν του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. 
Read More

Mar 7, 2018

Θέλω να κάνω μαζί σου αυτό που κάνει κι η άνοιξη στις κερασιές


Όλο παίζεις, εσύ, κάθε μέρα, εσύ,
με το φως του σύμπαντος κόσμου.
Επισκέπτρια συλφίδα των νερών και των κήπων.
Δεν είσαι δε μόνο εκείνη η χρυσή κεφαλή
όπου σαν ανθοδέσμη σφιχτά την κρατάω εγώ
μες στα δυο μου τα χέρια.
Κανενός αλλουνού δεν μοιάζεις εσύ
από τότε που εγώ σε αγάπησα.
Άσε να σε ξαπλώσω σ' ένα στρώμα
από μάηδες κίτρινους κι αγαπανθούς.
Ποιος είν' εκείνος εκεί που γράφει τ' όνομά σου
με ψηφία καπνού στ' αστέρια του Νότου?
Εγώ είμ' εκείνος εκεί που γράφει τ' όνομά σου
με ψηφία καπνού στ' αστέρια το Νότου!
Άσε με. . . άσε με να σε αναπολήσω όπως ήσουν
προτού ν' ανασπασθείς και βγεις στην ύπαρξη.
Κι ευθύς, δες, αλαλάζει ο άνεμος

και δέρνει τα κλειστά μου παράθυρα.
Ο ουρανός είναι μι' απόχη φίσκα ως απάνου
με ψάρια μαύρα, ανήλιαγα.
Κι εδώ, εδωνά, κοπάζουν όλοι οι άνεμοι, όλοι τους εδωνά.
Και τότε η βροχή εγυμνώθη.
Πουλιά πετάνε πετούμενα.
Οι άνεμοι. Οι άνεμοι.
Μόνος μου εγώ και αναμετριέμαι με των άλλων τη δύναμη.
Ο ανεμοστρόβιλος σέρνει μαζί του
και μουρλαίνει τα μπακιρένια φύλλα
και ξελύνει τ' άραγμένα στ' ουρανού το μώλο.
Εσύ είσαι εδώ. Εσύ δε φεύγεις, δεν πετάς.
Κι εσύ ως το τέλος θα είσαι και θα μου απαντάς
στους βόγγους και τα μουγκρητά μου.
Επάνω μου να 'ρθεις να κουλουριαστείς
σα να σ' έχουνε σκιάξει.
Κάπου κάπου αδέσποτοι ξεπόρτιζαν απ' τα μάτια σου ήσκιοι,
ξένοι, παράδοξοι.
Και τώρα, τωραδά, εδώ,
μανούσια μου φέρνεις και δυοσμαρίνια, μωρό μου,
γι' αυτό κι έτσι ευωδιάζουν τα στήθη σου.
Σην ώρα όπου ο άνεμος μελαγχολικός καλπάζει
σφαγιάζοντας πεταλούδες
εγώ σ' αγαπάω,
κι η έξαρση μου δαγκώνει βαθιά
τα δαμάσκηνα του στόματός σου.
Πόσο έχεις στ' αλήθεια πονέσει,
ώσπου να 'βρεις τα χούγια μου,
ώσπου να βρεις την ψυχή μου τη μονάτη κι ανήμερη
και τ' όνομά μου που όλους τους κάνει και τρέμουν . . .
Πόσες και πόσες φορές δεν είδαμε το φως του αυγερινού
να μας φιλάει τα μάτια
και πάνω απ' τα κεφάλια μας το χάραμα κυκλοδίωκτο
ν' ανοίγει ωσάν ριπίδιο.
Σα λόγια μου σε μούσκεψαν θωπεύοντάς σε.
Καιρός πάει πολύς που αγάπησα
το ηλιόλουστο σώμα σου, το μαργαριταρένιο.
Και πιστεύω έτσι πως εγώ είμαι ο κύριος
του σύμπαντος όλου.
Θα σου φέρω απ' τα βουνά λουλούδια εξαίσια,
κλέλιες, ζουμπούλια
και βελανίδια γεράνια, κι ένα κοφίνι φιλιά.
Θέλω να κάνω μαζί σου
αυτό που κάνει κι η άνοιξη στις κερασιές.



Πάμπλο Νερούντα, 1904-1973.
Read More

6 ποιήματα για τη Γυναίκα

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ 

“Ποίημα που του λείπει η χαρά αφιερωμένο σε γυναίκα υπέροχη

δωρήτρια πόθου και γαλήνης”


αφού το θέλεις

γυναίκα αρμονική και ωραία

έτσι καθώς ένα βράδυ του Μαϊού

ετοποθέτησες απλά και έφυγες

άσπρη ζωντανή γαρδένια

ανάμεσα στα νεκρά λουλούδια

μέσα στο παλιό- ιταλικό μου φαίνεται-

βάζο με παραστάσεις

γαλάζιες τεράτων και χιμαιρών

έλα/ πέσε στα χέρια μου

-αφού το θέλεις-

τη θλίψη του πράσινου βλέμματός σου

τη βαθιά πίκρα των κόκκινων χειλιών σου

τη νύχτα των μυστηρίων που είναι

πλεγμένη μέσα στα μακριά μαλλιά σου

τη σποδό του υπέροχου σώματός σου



ΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ  «Γυναίκα, πείσμα της Ασίας»

Είσαι μια ήπειρος του στήθους απ΄ τα βάθη των φυλών

είσαι πλανόδια σαν το φεγγάρι
ο πόνος είναι πλοκαμός κι η αγάπη σου υδράργυρος
γυναίκα, πείσμα της Ασίας.
Όταν αφήνεις ένα βλέμμα στις κοιλάδες να ωριμάζει
καθώς οι άνεμοι το ταξιδεύουν ως τα ύψη
νέμεσαι τα κλαδιά και χύνεις δηλητήρια μες στο φεγγάρι.
Μόνη σα φόνος κατοικείς τη συνείδηση
συνωμοτώντας αντίκρυ στις θεότητες των πουλιών
εσύ με μαύρα ποταμικά μαλλιά
εσύ πάλι και πάλι με σκοτεινά μάτια.
Λέω στον ήλιο να σταθεί χωρίς την αγαθότητα
σχίζοντας το μεγάλο χρώμα του ονείρου
στον ήλιο να σε πολεμήσει με βοερό θειάφι
και να γκρεμίσει όλη τη θύμηση που με παιδεύει.
Να οι καιροί στα βήματα σου μʼ έφεραν
οι φυτικοί δεινόσαυροι τα ουράνια πλάτη
μια δέσμη χαλαρή του αίματος έτοιμη να σκορπίσει
τότε που φώναζα δίχως απόκριση: Θέλω να γίνω γαλάζιος.
Ήρθες να μείνεις ως το θάνατο
με πορφυρές ανταύγειες απʼ τα μέλη
ρώτησα μα δεν έμαθα που βρήκες το σκοτάδι
σε μυστικά ρυάκια κλειδώνεις τον ήχο σου
μόνη με την εκρηκτική φωνή της σιωπής.
Ήρθες να μείνεις ως το μακρινό χάραμα
σώματα πέρασες ακόμη ταξιδεύεις.
Εγώ δεν έζησα κι η ομορφιά της Αττικής είνʼ όλο το ταξίδι μου.
Σε τόσους καημούς τραγουδώντας
δεν ξέρω τʼ όπλο της λησμονιάς.


ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ  «Γυναίκες»

“…Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
πίσω από την αγνότητα,
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
πίσω απ’ την υπακοή.
Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
γιατί τα χρόνια περνάνε…
Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.
Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…
λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; Τι ψάχνουμε
παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;
Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
την επανάληψη. Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή-
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.
Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.
Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν
ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.
Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα
στο εσωτερικό μας πάθος,
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα
της μητρότητάς μας…”



ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ “Γυναίκα”

Γυναίκα, αν θες αντρίκεια να δουλέψεις
για τον ξεσκλαβωμό σου, δε σε φτάνει
να κάψεις, να σκορπίσεις, να ξοδέψεις

το χρυσάφι, τη σμύρνα, το λιβάνι
στο νέο βωμό. Μέσα σου πρώτα κάψε
το τριπλό ξόανο που τους δούλους κάνει,

Συνήθεια, Κέρδος, Πρόληψη. Και σκάψε,
και του παλιού καιρού τα παραμύθια,
κι ας ειν’ όμορφα, μια για πάντα θάψε.

Α! τα μεστά καμαρωτά σου στήθια
βραχνάς τα πνίγει, πνίχ’ τον, πολεμίστρα
για την Αγάπη και για την Αλήθεια.

Πάντα μαζί σου κ’ η Ομορφιά η μεθύστρα.


Γ. ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ Ἦταν γυναίκα, ἦταν όνειρο...

«J'i cueilli ce brin de bruyère»
G. Apollinaire

Ἦταν γυναῖκα ἦταν ὄνειρο ἤτανε καὶ τὰ δυὸ
Ὁ ὕπνος μ᾿ ἐμπόδιζε νὰ τὴ δῶ στὰ μάτια
Ἀλλὰ τῆς φιλοῦσα τὸ στόμα τὴν κράταγα
Σὰν νὰ ἦταν ἄνεμος καὶ νὰ ἦταν σάρκα
Μοῦ ῾λεγε πὼς μ᾿ ἀγαποῦσε ἀλλὰ δὲν τὸ ἄκουγα καθαρὰ
Μοῦ ῾λεγε πὼς πονοῦσε νὰ μὴ ζεῖ μαζί μου
Ἦταν ὠχρὴ καὶ κάποτε ἔτρεμα γιὰ τὸ χρῶμα της
Κάποτε ἀποροῦσα νιώθοντας τὴν ὑγεία της σὰν δική μου ὑγεία

Ὅταν χωρίζαμε ἤτανε πάντοτε νύχτα 
Τ᾿ ἀηδόνια σκέπαζαν τὸ περπάτημά της 
ἔφευγε καὶ ξεχνοῦσα πάντοτε τὸν τρόπο τῆς φυγῆς της 
Ἡ καινούρια μέρα ἄναβε μέσα μου προτοῦ ξημερώσει 
Ἦταν ἥλιος ἦταν πρωὶ ὅταν τραγουδοῦσα 
Ὅταν μόνος μου ἔσκαβα ἕνα δικό μου χῶμα 

Καὶ δὲν τὴ σκεφτόμουνα πιὰ ἐκείνη

`Κική Δημουλά «Σημείο Αναγνωρίσεως» (ανάλυση)

άγαλμα γυναίκας με δεμένα χέρια
Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε πρσφωνώ γυναίκα κατευθείαν.
Στολίζεις κάποιο πάρκο.
Από μακριά εξαπατάς.
Θαρρεί κανείς πώς έχεις ελαφρά ανακαθήσει
να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο πού είδες,
πώς παίρνεις φόρα να το ζήσεις.
Από κοντά ξεκαθαρίζει το όνειρο:
δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου
μ’ ένα σκοινί μαρμάρινο
κι η στάση σου είναι η θέλησή σου
κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις
την αγωνία του αιχμάλωτου.
Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη:
αιχμάλωτη.
Δεν μπορείς
ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,
ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.
Δεμένα είναι τα χέρια σου.
Και δεν είν’ το μάρμαρο μόνο ο Άργος.
Αν κάτι πήγαινε ν’ αλλάξει
στην πορεία των μαρμάρων,
αν άρχιζαν τ’ αγάλματα αγώνες
για ελευθερίες και ισότητες,
όπως οι δούλοι,
οι νεκροί
και το αίσθημά μας,
εσύ θα πορευόσουνα
μες στην κοσμογονία των μαρμάρων
με δεμένα πάλι τα χέρια, αιχμάλωτη.
Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε λέω γυναίκα αμέσως.
Όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε
στο μάρμαρο ο γλύπτης
κι υπόσχονται οι γοφοί σου
ευγονία αγαλμάτων,
καλή σοδειά ακινησίας.
Για τα δεμένα χέρια σου, πού έχεις
όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,
σε λέω γυναίκα.
Σε λέω γυναίκα

γιατ’ είσ’ αιχμάλωτη.



Read More

Social Profiles

Twitter Facebook Google Plus LinkedIn RSS Feed Email Pinterest

Blog Archive

Powered by Blogger.

Text

Telling Stories, Telling Life

Followers

Favorite Video

Loading...

Νέα Κυκλοφορία βιβλίου: Λίζα η Μπαλαρίνα

Pages

Copyright © Μικρές Ιστορίες | Powered by Blogger
Design by Lizard Themes | Blogger Theme by Lasantha - PremiumBloggerTemplates.com