Γιάννης Ρίτσος, «Μεσημέρι Αυγούστου»

Πίσω απ’ τις γρίλιες είναι το μεγάλο μεσημέρι.

Τα σκόρπια σπίτια κάτασπρα, κ’ ένα κόκκινο κάτω απ’ το λόφο.


Λίγο πιο πάνω, ξέρουμε, είναι η μεγάλη ασβεστωμένη μάντρα.

Από κει κατεβαίνει η δροσιά προς τους ευκάλυπτους,

κ’ ένα άρωμα από σάπια ροδάκινα σωριασμένα στο δρόμο.

Άξαφνα τα τζιτζίκια σώπασαν. Δυο ηλιοκαμένα σώματα

στ’ άσπρα σεντόνια. Βγάλε και το δαχτυλίδι σου –

μου πιάνει ένα δικό μου χώρο στο μικρό σου δάχτυλο.


Αύγουστος

Το φως είναι μαύρο, καμένο απ' τη ζέστη σαν ανθρώπινο σώμα.

Πόδια γυμνά, δυνατά, βαμμένα απ' τη θάλασσα ή το μούστο.

Στήθια κρουστά, σφιγμένα στις παλάμες του ήλιου. Ο αγωγιάτης,

ο αμπελουργός, ο βαρκάρης, οι τρεις του θυγατέρες

κρέμονται πάνω από βαθιά, χρυσά πηγάδια. Πάνω στ' αλώνια

λιχνίζουνε μεγάλα στάχυα. Μες στα μάτια των παιδιών

χώνονται τ' άχυρα. Τρέχουν. Τ' αμπέλια είναι απέραντα

σαν τη δόξα ή την άγνοια. Λίγο να κάνεις να σκύψεις


θα βουλιάξεις ακέριος στο γαλάζιο. Τα παράθυρα πνίγηκαν κιόλας

μέσα στο χώμα. Και τούτα τα κόκκινα λουλούδια του κήπου

είναι από κείνα τα πανάρχαια αγάλματα, πλαγιασμένα, σε στύση.



Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, 4ος τ., εκδ. Κέδρος

Comments

Popular Posts