Μάνος Μαυτομουστακάκη: "Πάλι φεύγεις;"

Χιόνι 

Χιόνιζε μέσα μου, στις εσωπλαγιές μου.

Μια καρδιά

μονάχη από ζέστα, μονάχη απόμεινε,

να τρίβει τα χέρια της με λύσσα.

Χιόνιζε γύρω μου και το χέρι μου χιόνι,

μέχρι τα ακροδάκτυλα που σε χάραζαν,

το όνομα σου,

που λίγο- λίγο ξανασκέπαζε και το χάραζα ξανά

με την ελπίδα να το δεις.

Πήρε ώρες, μέρες, χρόνια, αυτή μου η γραφή,

μέχρι που βγήκες, ήλιος ζεστός κι ολόφωτος

κι έλιωσες το χαραγμένο χιόνι.

Χωρίς καμμιά γραφή να δεις.

 

Το σχεδόν ενός χρώματος


Σχεδόν.

Ετοιμάστηκα σχεδόν.

Χρώμα που γέμιζα από καιρό,

απλωνόμουν στο τελάρο που περίμενε

στη μνήμη του να με περισώσει τη λευκή.

Με το καινούριο χρώμα μου πάνω του,

το ‘νιωθα να με σφίγγει,, αιώνιο να με φασκιώνει,

με την εικόνα τών χρόνων που μου έμελλαν

παρμένων απ’ την εικόνα τους,

μονάχα απ’ την εικόνα τους.



Γέμιζα το τελάρο,

τής ζωής μου που έζησα,

που μου χρωστούσε ακόμα.



Σχεδόν.

Τώρα μάντευα το σχέδιο,

παρ’ ότι λειψός, παρ’ ότι ανολοκλήρωτος.



Όμως όχι. Όμως δεν έπρεπε.

Ποιός θα ήμουν εγώ, που θα μιλούσα για τέτοια γνώση;

Ποιός χρόνος τροφός θα μου συγχωρούσε τέτοιαν ύβρι;

Απλωνόμουν στο τελάρο αργά.

Με τη σεμνότητα ενός χρώματος που ψέλλιζε «σχεδόν».

Ευγνώμον καθώς πλήρωνε το σχέδιο τής ευθύνης του.



Σ κ ι ά

Σκιά χάδι των ποδιών μου.

Γάτα που τρίβεσαι πάνω τους.

Στο φως μονάχα.

Σκιά

Σήμαντρο χωρίς φωνή

Των φωτεινών

τής εκκλησίας του κόσμου.

Σκιά υπάκουη

Στον ήλιο που σε φτιάχνει

Ομογάλακτη .

Στα μάτια μου ενώπια

… το προσωρινό σου βλέμμα.



Τού αποκρίνομαι το λοιπόν…

-Σκιά δεν έπαψες ποτέ να μού θυμίζεις

… στα χαράγματα σου.

Το ανεπαίσθητο και φευγαλέο.

Περίμενε…

Πάλι φεύγεις;



Σκοτείνιασε.

Μεγάλωσες τόσο…

Δε σε χωρεί η ματιά μου.

Και ’γώ που νόμισα ότι έλειπες…

Comments

Popular Posts