Τα “σωστά” ποτέ δεν σβήνουν με άνω τελείες και αντίο

Xριστιάνα Παναγίδου

Βράδιασε κι ακούω απ’ το παράθυρό μου τη βουή να σιγάζει σιγά – σιγά. Ένας – ένας γυρνά στο σπίτι του. Ένα σπίτι που μέσα του κρύβει μια ιστορία και χιλιάδες αναμνήσεις. Κι αλήθεια, αναρωτιέμαι αν είχαν μιλιά αυτοί οι τσιμεντένιοι τοίχοι, πόσα θα έλεγαν, πόσα θα εξιστορούσαν για αυτά που είδαν και για αυτά που έζησαν.


Μια πόρτα που κλείνει, δίνει την ασφάλεια σ’αυτόν που ένιωσε την ανάγκη να την σφραγίσει πίσω του. Να μην τον δει ανθρώπινο μάτι να λυγίζει, να σπάει, να κρύβεται. Μην χαλάσει την εικόνα που πούλησε. Μην δείξει αδυναμία και πληγές. Γιατί κι ένα λαβωμένο αγρίμι θα συρθεί στη γωνιά που δεν το βλέπει κανείς για να δει τις πληγές του.

Κι αν αλήθεια μιλούσαν αυτοί οι τοίχοι θα έλεγαν για αλήθειες. Θα έλεγαν για έρωτες που βρήκαν καταφύγιο σ’ αυτούς. Για πρώτα σ’ αγαπώ που βγήκαν στη φόρα. Για δυο μισά που έγιναν ένα κι ο χρόνος σταμάταγε. Θα έλεγαν όσα θα θέλαμε να ξέραμε για όλες τις σιωπές που πήραμε σαν απάντηση σ’αυτή τη ζωή.

Αν μιλούσαν οι τοίχοι, θα ρωτούσα αλήθεια γιατί υπάρχουν τόσοι άνθρωποι μόνοι. Ανάμεσα σε τόσα μισά, γιατί αλήθεια να υπάρχει τόση μοναξιά τριγύρω. Γιατί δεν σμίγουν, γιατί δεν ενώνονται πια οι άνθρωποι; Γιατί να παίρνουν μονάχα αυτά που χρειάζονται μέχρι την επόμενη αναζήτησή τους; Γιατί να τριγυρνούν ανάμεσα σε δύσβατους δρόμους αγκαλιά με μοναξιές και αναμνήσεις από ένα ένδοξο παρελθόν να αναζητούν χαμένες αγάπες και στιγμές; Γιατί όσο και να παλεύουν οι άνθρωποι δεν θα ακούσουν ποτέ την καρδιά τους;

Μάθαμε να λέμε παραμύθια τα όμορφα λόγια που ακούμε. Λες και μεγαλώνοντας επιβάλαμε στον εαυτό μας να μην πιστεύει στη δύναμη που έχουν οι απλές λεξούλες γύρω μας, μα κυρίως στην πιο αληθινή, το “σ’ αγαπώ”.

Σ’ αγαπώ. Σ’ αγάπησα. Ενεστώτας και παρελθοντικός χρόνος. Πώς μπορείς να λες σε ένα άνθρωπο που έδεσες αυτόν τον παρελθοντικό χρόνο; Πως αγάπησες και μετά απλά σταμάτησες; Τι έκρυψες πίσω από εκείνη τη κλειστή σου πόρτα και το παρόν το έκανες παρελθόν; Πώς μπορούν απλά οι άνθρωποι αλήθεια να ντύνουν τον έρωτα που πούλησαν, με ένα “θέλω να είσαι πάντα καλά, γιατί σ’ αγάπησα”.

Αν αγαπούσες φίλε, θα φρόντιζες με νύχια και με δόντια αυτό τον ενεστώτα που βάφτισες παρελθόν. Θα γκρέμιζες τοίχους με γυμνά χέρια για να έχεις δικό σου, αυτό το μισό που έκανες “ένα” με σένα. Δεν το αφήνεις στο διάβα για τον επόμενο “μισό” διαβάτη που θα’ ρθει.

Οι τοίχοι ποτέ δεν θα μιλήσουν. Οι άνθρωποι ποτέ δεν θα σταματήσουν να αγαπούν και να χωρίζουν. Γιατί; Γιατί δεν θα υπάρχει ποτέ ίδιο για κανένα μας. Άλλοι από μας φάνηκαν απλά τυχεροί. Κατάφεραν να βρουν εκείνο το μισό που ακόμα αγαπάνε και έχουν δίπλα τους σε ένα κρεβάτι στρωμένο με αγάπη και σεβασμό.

Άλλοι απλά φάνηκαν άτυχοι. Γιατί καμιά φορά ευτυχία είναι να αγαπάς πρώτα τον εαυτό σου και να πιστέψεις πως το “μισό” που σου λείπει, είναι απλά η αγάπη που αξίζει ο εαυτός σου. Κι αλήθεια αν δεν ένιωσες ποτέ στα στήθια σου πως είσαι εκεί που ηρεμεί η ψυχή σου, μην το ξεστομίσεις ποτέ το σ’ αγαπώ. Μην το κάνεις ενεστώτα για να σπάσεις μια μοναξιά που δεν αγκάλιασες ποτέ.

Κράτα το για εκείνον ή εκείνη που σε ψάχνει. Που δεν το σκόρπισε μέχρι να σε βρει. Που το κρατά για να στο ψιθυρίσει τα βράδια που θα ζήσετε μαζί. Για να σου μάθει πως τα “σωστά” ποτέ δεν σβήνουν με άνω τελείες και αντίο.

Και πού ‘σαι: Να είσαι έτοιμος. Η αγάπη ίσως να είναι στην επόμενη γωνιά και να σε περιμένει να την πάρεις απ’το χέρι σ’ αυτούς τους τοίχους που σε είδαν να μαθαίνεις πως η μοναξιά, ήταν μόνο μαζί σου για όσο περίμενες στην αναμονή.

www.enallaktikidrasi.com

Comments

Popular Posts