Στα σκουπίδια θα βρεις και την αγάπη μου για σένα

"Τελευταίο μήνυμα". 
Πόσες φορές είπα αυτές τις δύο λέξεις και δεν της τήρησα; 
Πόσες φορές με θόλωνε μια ο θυμός και μια το πάθος μου και κατέληγαν η αξιοπρέπειά και οι υποσχέσεις προς τον εαυτό μου στα σκουπίδια. 


Στα σκουπίδια θα βρεις και την αγάπη μου για σένα. Δεν ξέρω αν προλαβαίνεις, πριν περάσει το μεταμεσονύχτιο σκουπιδιάρικο, να τη σώσεις. Δε νομίζω να προλάβεις. Πάντα αργούσες. Πάντα στα εκατό πράγματα που είχες να κάνεις μέσα στη μέρα δεν ήμουν ποτέ στη λίστα. 

Η αγάπη μου δε νομίζω ότι σε νοιάζει και τόσο. Αντίθετα. Θυμάσαι πόσες φορές προσπάθησες να τη σκοτώσεις με ατελείωτες σιωπές και λέξεις μαχαίρια που κάρφωνες στα πιο ευαίσθητα σημεία; 

Κι αυτή έζησε. Ζει ακόμη αλλά κουράστηκε. 

Δεν μπορούσα άλλο να τη βλέπω να νοσεί μόνη σ' ένα ψυχρό κρεβάτι. Προδομένη και γεμάτη πληγές. Δεν μπορούσα άλλο να την αφήσω να περιμένει μία λυτρωτική σου λέξη, χωρίς όνειρα και ελπίδα γιατί της σκότωσες κι αυτά. Έπρεπε να την αποτελειώσω. 

Κι εγώ προσπάθησα να τη σκοτώσω, το ομολογώ. Υπήρξαν στιγμές που ούτε γω την άντεχα. Ούτε γω την ήθελα. Παρατράβηξε αυτή η αγάπη. Τόσο πείσμα και τόσα δάκρυα όλα αυτά τα χρόνια για το τίποτα. Για κάποιον που δεν μπόρεσε ποτέ να τη δεχτεί, να την αγαπήσει, να την αγκαλιάσει και να τη φροντίσει. Για κάποιον που δεν ήταν ποτέ αντάξιος των συναισθημάτων της. Που δεν άκουγε τα θέλω της, που δεν της μιλούσε. Για έναν ανίκανο ν' αγαπήσει, που πίστευε ότι έδινε πολλά γιατί έτσι του έλεγε ο εγωισμός του. 

Τελικά, είναι τόσο δυνατή αυτή η αγάπη που αναγκάστηκα να κάνω το χειρότερο για να μπορέσω επιτέλους να ζήσω χωρίς τη σκιά της. 

Την πήρα έτσι ζωντανή και ματωμένη στα χέρια μου για τελευταία φορά. Την αγκάλιασα. Σκέφτηκα για μια στιγμή, ότι δε θ' αντέξω να ζήσω μακριά της. Είχε γίνει κομμάτι του εαυτού μου. Σκέφτηκα ότι θα μείνω χωρίς αυτήν μ' ένα μεγάλο κενό. Σκέφτηκα ότι ίσως και να εθίστηκα στον πόνο και τη μιζέρια της. 
Όμως, ευτυχώς συνήλθα. Κοίταζα το κινητό για αρκετή ώρα και σκεφτόμουν ότι ίσως αυτή τη τελευταία στιγμή αλλάξεις κι μ' ένα σου τηλεφώνημα να τη σώσεις. Ίσως, αν την δεχθείς να μην αναγκαστώ να την πετάξω τελικά. Και σιγά σιγά θα την έκανες καλύτερα. Θα ήταν έκανες ξανά ροδοκόκκινη κι όμορφη αντί για άσχημη και μαύρη που είχε καταντήσει.

Τίποτα. Ούτε ένα μήνυμα. Πώς μπορούσα να σκεφτώ ότι σε ένοιαζε έστω και λίγο; 

Πού να ήξερε αυτή η αγάπη τι την περίμενε. Την αγκάλιασα ακόμη πιο σφιχτά. Έκλαψα γι' αυτήν. Τόσα χρόνια αυτή η αγάπη είχε τόσα να δώσει και δεν την άφησαν. 
Την χτύπησαν από παντού. 
Ακόμη κι εγώ. 
Πιο πολύ απ' όλους τη χτύπησες εσύ. 
Εγώ μόνο όμως την έβλεπα πώς μάτωνε. 
Εγώ μόνο την ένιωθα. 
Εγώ θα της δώσω και το χαριστικό κτύπημα για να μην πονάει πια. 

Την πήρα από το λαιμό. Έκλεισα τα μάτια, άνοιξα τη σακούλα των αχρήστων και την έριξα μέσα. 
Με κοίταζε σαν να μου έλεγε "τι κάνεις εκεί; μη με σκοτώσεις, σε παρακαλώ", όμως, δε θα έπεφτα στην ίδια παγίδα. Μπορούσα να ζήσω και χωρίς αυτήν. Κανείς δεν την ήξερε, κανείς δε θα την έψαχνε κι εσύ ίσως να χαιρόσουν που δε θα την ένιωθες πια να σε κυνηγάει για ένα πήδημα. 

Έκλεισα τη σακούλα σφιχτά για να σιγουρευτώ ότι δε θα αναπνέει κι ότι θα 'χει ένα αργό κι επώδυνο θάνατο. Δεν της άξιζε. Σε καμία αγάπη δεν αξίζει να πεθαίνει έτσι. Όμως, ήταν μια μονόπλευρη αγάπη. Μια σκιά ανάμεσα στους ανθρώπους. Ένα φάντασμα γεμάτο πληγές. Έπρεπε να τη λυτρώσω και να λυτρωθώ. 
Έκανα το καλύτερο και για τις δύο μας. 

Έριξα τη σακούλα με δύναμη στον μεγάλο πράσινο κάλαθο κι έμεινα να κοιτάω σαν χαζή. 
Ένιωθα ελεύθερη κι ανάλαφρη. Λες κι ένα μεγάλο βάρος είχε φύγει από πάνω μου. 

Επέστρεψα στο δωμάτιο, έπλυνα τα χέρια μου όπως ένα δολοφόνος πλένεται από τα αίματα μετά το φόνο και ξάπλωσα ανέκφραστη στο κρεβάτι. 
Κοίταξα το κινητό και χάρηκα που δεν είχα πια τίποτα να περιμένω και κανέναν να με πληγώσει.
Κοιμήθηκα ήρεμη για ώρες όπως δεν είχα κοιμηθεί εδώ και χρόνια. 

Πράξια Αρέστη


Comments